Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ ότι συ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ. αλλ' ως ο Ληστής ομολογώ σοι. Μνήσθητι μου Κύριε, εν τη βασιλεία σου.

Η Αποστολική διαδοχή των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ντοκουμέντα)

Η Αποστολική διαδοχή των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ντοκουμέντα)
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΑΣΤΙΑΝΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ( ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ )

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

26 Δεκεμβρίου Συναξαριστής Σύναξις Υπεραγίας Θεοτόκου, Η φυγή της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Αίγυπτο, Ευθυμίου Ομολογητού, Κωνσταντίνου Οσίου, Ευαρέστου Οσίου, Κωνστάντιου του Ρώσου.


Η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου (Εορτή Εμμανουήλ)

Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε. 
Ως βρέφος βαστάζουσα, εν ταις αγκάλαις Αγνή, τον πάντων δεσπόζοντα, σάρκα λαβόντα εκ σου, χαράς ώφθης πρόξενος, όθεν πάσα η κτίσις, ανυμνεί χαρμοσύνως, σήμερον Θεοτόκε, την φρικτήν σου λοχείαν πηγήν γαρ αθανασίας, κόσμω εκύησας.

Κοντάκιον Ήχος πλ. β’.
Ο προ Εωσφόρου εκ Πατρός αμήτωρ γεννηθείς, επί τής γης απάτωρ εσαρκώθη σήμερον εκ σού, όθεν Αστήρ ευαγγελίζεται Μάγοις, Άγγελοι δε μετά Ποιμένων υμνούσι, τον άχραντον Τόκον σου, η Κεχαριτωμένη.

Η Φυγή Στην Αίγυπτο της Υπεραγίας Θεοτόκου

Όταν οι μάγοι προσκύνησαν το Χριστό, αναχώρησαν για την πατρίδα τους, χωρίς να περάσουν από το βασιλιά Ηρώδη. Τότε άγγελος Κυρίου φάνηκε σε όνειρο στον Ιωσήφ και του είπε να πάρει το παιδί με τη μητέρα του και να φύγει στην Αίγυπτο.
Ευαγγέλιο Ματθαίου, Β' 13-18. Και έμειναν εκεί, μέχρι πού πέθανε ο Ηρώδης, για να επαληθευθεί έτσι εκείνο που ελέχθη δια του προφήτου Ωσηέ: "Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου" (Ωσ. Ια’ 1). 
Μετά τη φυγή του Κυρίου στην Αίγυπτο, ο Ηρώδης έστειλε στρατιώτες και θανάτωσαν όλα τα παιδιά που ήταν στη Βηθλεέμ και τα περίχωρά της, από ηλικίας δύο ετών και κάτω. Διότι τόσο είχε υπολογίσει την ηλικία του Χριστού, Τον οποίο φοβόταν ότι θα του έπαιρνε τη βασιλεία. 
Επίσης, η φυγή του Κυρίου στην Αίγυπτο, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, φράσσει και τα στόματα των αιρετικών. Διότι όπως λέει, αν δεν έφευγε ο Κύριος και φονευόταν από τον Ηρώδη , θα είχε εμποδιστεί η σωτηρία των ανθρώπων. Αν πάλι τον συνελάμβαναν και δεν φονευόταν, θα έλεγαν πολλοί ότι δε φόρεσε ανθρώπινη σάρκα, αλλά μόνο κατά φαντασία. Έπειτα, η φυγή φανερώνει άλλη μια φορά, ότι τίποτα δεν μπορεί να ματαιώσει τα σχέδια του Θεού.




Ο Άγιος Ευθύμιος ο Ομολογητής, επίσκοπος Σάρδεων
Ο Σ. Ευστρατιάδης, στο Αγιολόγιό του, αναφέρει για τον Άγιο αυτόν τα εξής: Ήκμασεν επί της βασιλείας Κωνσταντίνου και Ειρήνης (780-797), γεννηθείς εν Λυκαονία και σπουδάσας εν Αλεξάνδρεια.
Μετά την αποπεράτωσιν των σπουδών αυτού κατέφυγεν εις μονήν τίνα αποκαρείς μοναχός και διαπρέψας εν τη μοναχική πολιτεία, δια δε την αρετήν και την παιδείαν αυτού προεβιβάσθη εις τον μητροπολιτικόν θρόνον των Σάρδεων, λαβών μέρος εν τη κατά των εικονομάχων αθροισθείση εν Νίκαια το δεύτερον Εβδόμη οικουμενική συνόδω (787), εν η την ορθήν της εκκλησίας δόξαν μετά παρρησίας και θάρρους καθωμολόγησε και υπέγραψε (ίδε Mansi, τ. XII, σ. 1087-1088). 
Τα εξαιρετικά αυτού προσόντα εκτιμώντες οι βασιλείς ενεπιστεύθησαν αυτώ διαφόρους δημοσίας αποστολάς, αλλά επί της βασιλείας Νικηφόρου Α’ (802-811), επί καταγγελία γενομένη παρά ανωτέρου υπαλλήλου εν Σάρδεσι ότι έκειρε μοναχήν κόρην, ην εζήτει ούτος εις γάμον, ο Ευθύμιος εξωρίσθη εις την νήσον Παττάλαραν λίαν ταλαιπωρηθείς. 
Εκ της εξορίας επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολη (814), αλλά και πάλιν μετά την έκρηξιν της εικονομαχίας επί Λέοντος του Ισαύρου (813-820), οπαδός της εναντίας ταχθείς μερίδος, εξωρίσθη εις Άσσον (παρά το Αδραμύτιον), ένθα παρέμεινε μέχρι του θανάτου του Λέοντος ανακληθείς υπό Μιχαήλ του Τραυλού (820-829), αλλά και τούτον καταβροντήσας δι' ων κατά πρόσωπον αυτού είπεν, "ει τις ου προσκυνεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εικόνι περιγραπτόν ήτω ανάθεμα", εξώργισε και ηνάγκασε να εξορίσει αυτόν εις τον Ακρίταν, ένθα ενέκλεισεν αυτόν εις ζοφερωτάτην φυλακήν εκεί δια βουνεύρων τυπτόμενος και εκ των πληγών εξογκωθείς ως ασκός οκτώ ημέρας μετά την άθλησιν, προς Κύριον έξεδήμησε". Θεώ παραστάς, Ευθύμιε, τρισμάκαρ, πλήρης άληκτου τυγχάνεις ευθυμίας.
(Η μνήμη του Αγίου, από ορισμένους Συναξαριστές, περιττώς επαναλαμβάνεται και την 11η Οκτωβρίου.)





Ο Όσιος Κωνσταντίνος "ο εξ Ιουδαίων"

Ο Όσιος Κωνσταντίνος ήταν από τα Σύναδα της Φρυγίας. σε νεαρή ηλικία προσπάθησε να ακολουθήσει τη ζωή των ενάρετων χριστιανών. 
Ο νεαρός Ιουδαίος, ο οποίος έφερε την χριστιανική πίστη ήδη στη ψυχή του, αποφάσισε να φύγει από το θόρυβο του κόσμου, και μετέβη στο μοναστήρι Φουβούτιον, του οποίου οι μοναχοί φημίζονταν για την θεάρεστη ζωή τους.
Αφού δοκιμάσθηκε αρκετά και πείστηκαν για την ειλικρινή και φωτεινή πίστη του, του έδωσαν το άγιο βάπτισμα και τον ονόμασαν Κωνσταντίνο. 
Έγινε έτσι αδελφός της Μόνης. Επιδόθηκε στη μελέτη των πνευματικών πραγμάτων. όμως αυτό δεν του ήταν αρκετό, ήθελε να διδάξει και στους άλλους ανθρώπους την αγάπη του Χριστού. Γι' αυτό άρχισε να μεταβαίνει από την μία πόλη στην άλλη και να κηρύσσει το λόγο του Θεού. Απεβίωσε εν ειρήνη.





Ο Όσιος Ευάρεστος

Καταγόταν από τη Γαλατία από γονείς ένδοξους και επίσημους της χώρας αυτής. Αφού καλά και όσια εκπαιδεύτηκε στη χώρα του, πήγε με τον πατέρα του στην Κωνσταντινούπολη επί Λέοντος του Ισαύρου (813-820) και τον φιλοξενούσε ο συγγενής του πατρίκιος Βρυέννιος.
Όταν αυτός στάλθηκε από τη βασίλισσα Θεοδώρα πρέσβυς στους Βούλγαρους, πήρε κοντά του και τον Ευάρεστο και όταν έφτασαν στον τόπο, που ονομαζόταν Σκόπελο, εκεί ο Ευάρεστος συνάντησε γέροντα ασκητή, στον οποίο προσκολλήθηκε και εκάρη μοναχός. Ο δε γέροντας, βλέποντας την υψηλή πνευματική έφεση του νέου, τον έστειλε με συστατική επιστολή στη Μονή Στουδίου, όπου ο Ευάρεστος διέπρεπε σαν αυστηρός ασκητής. 
Εκεί λοιπόν οσιακά αφού έζησε και τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, απεβίωσε ειρηνικά σε ηλικία 79 χρονών. Το δε τίμιο λείψανό του, εναποτέθηκε στη Μονή Κοκουρουβίου (ή Κοκκοροβίου).





Ο Άγιος Κωνστάντιος ο Ρώσος, ο Νέος Ιερομάρτυρας
Ο Κωνστάντιος καταγόταν από τη Ρωσία και υπηρετούσε σαν εφημέριος στη Ρωσική Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο ήλθε στο Άγιον Όρος και παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα στη Μεγίστη Λαύρα, απ' όπου αναχώρησε στα Ιεροσόλυμα για προσκύνημα στους Άγιους Τόπους.
Επανήλθε στη Μεγίστη Λαύρα και περίμενε την ειρήνη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Όταν επιτεύχθηκε η ειρήνη, ο Άγιος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και παρέμεινε σαν εφημέριος στην ίδια πρεσβεία. 
Εκεί όμως, άγνωστο για ποιους λόγους, ήλθε σε προστριβή με τον Ρώσο Πρέσβη και είτε από φόβο είτε από θυμό, παρουσιάστηκε στον Σουλτάνο και αρνήθηκε τον Χριστό. Για την ενέργειά του αυτή, έτυχε μεγάλων τιμών και περιποιήσεων από τους Τούρκους.
Μετά από λίγες ήμερες, συναισθάνθηκε το μεγάλο του ολίσθημα, μετανοημένος έκλαψε πικρά και πόθησε το μαρτύριο. 
Έτσι πέταξε τα τούρκικα ρούχα, φόρεσε ένα φθαρμένο ράσο, παρουσιάστηκε στον Σουλτάνο και με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό και αποκήρυξε τη θρησκεία του Μωάμεθ. Χωρίς καμιά διαδικασία, οι Τούρκοι πήραν τον μάρτυρα και τον αποκεφάλισαν μπροστά στ' ανάκτορα του Σουλτάνου το 1743.


25 Δεκεμβρίου Συναξαριστής. ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, η Προσκύνηση των Μάγων, Μνήμη των Ποιμένων.


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (Εορτή Χρήστος, Χρύσα)
Αυτή τη μέρα η αγία Εκκλησία μας γιορτάζει το μεγάλο και ανερμήνευτο γεγονός της κατά σάρκα γεννήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού από την Υπεραγία Θεοτόκο. 
Μετά τον Ευαγγελισμό της Παρθένου Μαρίας από τον αρχάγγελο Γαβριήλ και ενώ πλησίαζε ο καιρός να τελειώσουν οι εννιά μήνες από την υπερφυσική σύλληψη του Χριστού στην παρθενική της μήτρα, ο Καίσαρ Αύγουστος διέταξε απογραφή του πληθυσμού του ρωμαϊκού κράτους. 
Τότε ο Ιωσήφ μαζί με τη Θεοτόκο, ξεκίνησαν για τη Βηθλεέμ, για να απογραφούν εκεί. Επειδή όμως είχε πλησιάσει ο καιρός να γεννήσει η Παρθένος και δεν έβρισκαν κατοικία να καταλύσουν, διότι είχε μαζευτεί πολύς λαός στη Βηθλεέμ, μπήκαν σε ένα φτωχικό σπήλαιο. 
Εκεί η Θεοτόκος γέννησε τον Κύριο Ιησού Χριστό και σπαργάνωσε σαν βρέφος τον Κτίστη των απάντων. Έπειτα Τον έβαλε επάνω στη φάτνη των αλόγων ζώων, διότι “έμελλε να ελευθέρωση ημάς από την αλογίαν”, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. 
Από τότε, όλοι οι πιστοί χριστιανοί με χαρά ψάλλουν τον ύμνο των αγγέλων εκείνης της νύκτας: “Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”. Δόξα δηλαδή, ας είναι στο θεό, που βρίσκεται στα ύψιστα μέρη του ουρανού και στη γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη από την αμαρτία ας βασιλεύσει η θεία ειρήνη, διότι ο Θεός έδειξε την αγάπη Του στους ανθρώπους με την ενανθρώπηση του Υιού Του. 
Να σημειώσουμε εδώ, ότι η γιορτή των Χριστουγέννων καθιερώθηκε για πρώτη φορά την 25η Δεκεμβρίου του 397 επί πατριαρχείας Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. 
Κατ’ άλλους ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος, χώρισε τις δύο γιορτές των Φώτων και των Χριστουγέννων, οι οποίες παλιότερα γίνονταν την ίδια μέρα, δηλαδή την 6η Ιανουαρίου.
Απολυτίκιο. Ήχος δ.
 
Η Γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω, το φως το της γνώσεως, εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες, υπό αστέρος εδιδάσκοντο, σε προσκυνείν, τον Ήλιον της δικαιοσύνης, και σε γινώσκειν εξ ύψους ανατολήν. Κύριε δόξα σοι.
Κοντάκιον. Ήχος γ’. Αυτόμελον. Ποίημα Ρωμανού του Μελωδού
Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει, και η γη το Σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά Ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι. Δι’ ημάς γάρ εγεννήθη, Παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.
Η Προσκύνηση των Μάγων
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Κεφάλαιο Β’ στίχοι 1 έως 12:
Τού Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας, εν ημέραις Ηρώδου τού βασιλέως, ιδού, μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα, λέγοντες, πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων, είδομεν γάρ αυτού τον, αστέρα εν τη ανατολή, και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ. Ακούσας δε Hρώδης ο βασιλεύς εταράχθη, και πάσα Ιεροσόλυμα μετ’ αυτού.
Και συναγαγών πάντας τούς αρχιερείς και γραμματείς τού λαού, επυνθάνετο παρ’ αυτών που ο Χριστός γεννάται. 
Οι δε είπον αυτώ, εν Βηθλεέμ τής Ιουδαίας, ούτω γάρ γέγραπται διά τού προφήτου, και συ, Βηθλεέμ γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα, εκ σού γάρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ. 
Τότε Ηρώδης, λάθρα καλέσας τούς μάγους, ηκρίβωσε παρ’ αυτών τον χρόνον τού φαινομένου αστέρος.
Και πέμψας αυτούς εις Βηθλεέμ είπε, πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περί τού παιδίου, επάν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, όπως καγώ ελθών προσκυνήσω αυτώ. 
Οι δε ακούσαντες τού βασιλέως επορεύθησαν, και ιδού, ο αστήρ, όν είδον εν τη ανατολή, προήγεν αυτούς, έως ελθών έστη επάνω ου ην το παιδίον. 
Ιδόντες δέ τόν αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα. Και ελθόντες εις την οικίαν, είδον το παιδίον μετά Μαρίας τής μητρός αυτού, και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ, και ανοίξαντες τούς θησαυρούς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν. Και χρηματισθέντες κατ’ όναρ μη ανακάμψαι προς Ηρώδην, δι’ άλλης οδού ανεχώρησαν εις την χώραν αυτών. 
Αναχωρησάντων των Μάγων, ιδού, άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ όναρ τω Ιωσήφ, λέγων, εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού, και φεύγε εις Αίγυπτον, και ίσθι εκεί έως αν είπω σοι, μέλλει γάρ Ηρώδης ζητείν το παιδίον, τού απολέσαι αυτό. 
Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτός και ανεχώρησεν εις Αίγυπτον, και ην εκεί έως τής τελευτής Ηρώδου, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό τού Κυρίου διά τού προφήτου, λέγοντος, εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου. 
Τότε Ηρώδης, ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων, εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τούς παίδας τούς εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής, από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον όν ηκρίβωσε παρά των μάγων.
Τότε επληρώθη το ρηθέν διά Ιερεμίου τού προφήτου, λέγοντος, φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς, Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισί. 
Τελευτήσαντος δε τού Ηρώδου, ιδού άγγελος Κυρίου κατ’ όναρ φαίνεται τω Ιωσήφ εν Αιγύπτω, λέγων, Εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού, και πορεύου εις γην Ισραήλ, τεθνήκασι γάρ οι ζητούντες την ψυχήν τού παιδίου. Ο δε εγερθείς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και ήλθεν εις γην Ισραήλ. 
Ακούσας δε ότι Αρχέλαος βασιλεύει επί τής Ιουδαίας αντί Ηρώδου τού πατρός αυτού, εφοβήθη εκεί απελθείν, χρηματισθείς δε κατ’ όναρ, ανεχώρησεν εις τα μέρη τής Γαλιλαίας, και ελθών κατώκησεν εις πόλιν λεγομένην Ναζαρέθ, όπως πληρωθή το ρηθέν διά των προφητών ότι Ναζωραίος κληθήσεται.

Μνήμη των Ποιμένων, που είδαν τον Κύριο Ιησού Χριστό
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον Κεφάλαιο Β’ στίχοι 1 έως 20:
Εν ταις ημέραις εκείναις, εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου, απογράφεσθαι πάσαν τήν οικουμένην. Αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος τής Συρίας Κυρηνίου. Καί επορεύοντο πάντες απογράφεσθαι, έκαστος εις την ιδίαν πόλιν. 
Ανέβη δε και Ιωσήφ από τής Γαλιλαίας, εκ πόλεως Ναζαρέθ, εις την Ιουδαίαν, εις πόλιν Δαβίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ, διά το είναι αυτόν εξ οίκου και πατριάς Δαβίδ, απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί, ούση εγκύω. 
Εγένετο δε εν τω είναι αυτούς εκεί, επλήσθησαν αι ημέραι τού τεκείν αυτήν, καί έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εσπαργάνωσεν αυτόν, και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη, διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι. 
Και ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αυτή αγραυλούντες και Φυλάσσοντες φυλακάς της νυκτός επί την ποίμνην αυτών. Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς, και δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς. Και εφοβήθησαν φόβον μέγαν. Και είπεν αυτοίς ο άγγελος, Μη φοβείσθε, ιδού γάρ, ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ.
Ότι ετέχθη υμίν σήμερον Σωτήρ, ος εστί Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαβίδ. Και τούτο υμίν το σημείον, ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν τη φάτνη. 
Και εξαίφνης εγένετο συν τω αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου, αινούντων τον Θεόν, και λεγόντων, δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. Και εγένετο ως απήλθον απ’ αυτών εις τον ουρανόν οι άγγελοι, και οι άνθρωποι οι ποιμένες είπον προς αλλήλους, Διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ, και ίδωμεν το ρήμα τούτο το γεγονός ο Κύριος εγνώρισεν ημίν. 
Και ήλθον σπεύσαντες, και ανεύρον, την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος κείμενον εν τη φατνη. Ιδόντες δε διεγνώρισαν περί τού ρήματος τού λαληθέντος αυτοίς περί τού παιδίου τούτου. 
Και πάντες οι ακούσαντες εθαύμασαν περί των λαληθέντων υπό των Ποιμένων προς αυτούς, η δε Μαριάμ πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα, συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής. Και επέστρεψαν οι ποιμένες, δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον, καθώς ελαλήθη προς αυτούς.

Δημοφιλείς αναρτήσεις