Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ ότι συ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ. αλλ' ως ο Ληστής ομολογώ σοι. Μνήσθητι μου Κύριε, εν τη βασιλεία σου.

Η Αποστολική διαδοχή των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ντοκουμέντα)

Η Αποστολική διαδοχή των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ντοκουμέντα)
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΑΣΤΙΑΝΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ( ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ )

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

1 Φεβρουαρίου Συναξαριστής Προεόρτια τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Τρύφωνος Μάρτυρος, Πέτρου ἐν Γαλατίᾳ, Βενδιμιανοὺ Ὁσίου, Βασιλείου Ὁμολογητοῦ, Βασιλείου τοῦ Συναξαριστοῦ, Τιμοθέου Ὁσίου, Θεΐων μετὰ δυὸ παίδων, Καρίωνος Μάρτυρος, τῶν Ἁγίων Περπετούας, Σατύρου, Ροβεκάτου, Φιλικητάτης, Σατουρνίνου καὶ Σεκούνδου, Μπριντζίτας Ὁσίας, Ἀντωνίου Ἐρημίτου, Ἠλία Μεγαλομάρτυρα, τῶν Ὁσίων Δαβίδ, Συμεὼν καὶ Γεωργίου τῶν αὐταδέλφων, τῶν Ἁγίων Ἀδριανοῦ, Πολυεύκτου, Πλάτωνος καὶ Γεωργίου ἐν Μεγάροις, Ἀναστασίου τοῦ Ναυπλιέως, Πέτρου Ἱερομάρτυρα, Ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐν Ἀρμουλαδῇ.


Προεόρτια τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ 

Παραμονὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Οὐράνιος χορός, οὐρανίων ἁψίδων, προκύψας ἐπὶ γῆς καὶ φερόμενον βλέπων, ὡς βρέφος ὑπομάζιον, πρὸς ναὸν τὸν πρωτότοκον, πάσης κτίσεως, ὑπὸ Μητρὸς ἀπειράνδρου, προεόρτιον, νῦν σὺν ἡμῖν μελῳδοῦσι, φρικτῶς ἐξιστάμενοι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀγκάλαις δέξασθαι καθάπερ βρέφος, Συμεὼν ἐπείγεται, τὸν νομοδότην καὶ Θεόν· ᾧ καὶ βοήσει γηθόμενος· ἀπόλυσόν με· σὲ γὰρ εἶδον, Δέσποτα.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροι ὁ πρεσβύτατος Συμεών, ἐγγίζοντα βλέπων, τὸν Δεσπότην ἐν τῷ Ναῷ· ὅθεν ἐπισπεύδει, αὐτὸν ὑποδεχθῆναι, προεορτίως ᾄδων ὕμνον ἐπάξιον.




Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁ Μάρτυρας (Εορτή Τρύφωνας)



Ὁ Ἅγιος Τρύφων καταγόταν ἀπὸ τὴ Λάμψακο τῆς ἐπαρχίας Φρυγίας καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Γορδιανοῦ Γ’ (238-244 μ.Χ.), Φιλίππου (244-249 μ.Χ.) καὶ Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Προερχόταν ἀπὸ πτωχὴ οἰκογένεια καὶ στὴν παιδική του ἡλικία, ἔβοσκε χῆνες γιὰ νὰ ζήσει. Συγχρόνως ὅμως μελετοῦσε μὲ ζῆλο τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἦταν πολὺ φιλακόλουθος.
 Ἔτσι, σιγὰ – σιγὰ ὁ Ἅγιος, μὲ τὴν εὐσεβῆ φιλομάθειά του, κατόρθωσε ὄχι μόνο νὰ διδαχθεῖ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ νὰ διδάσκει τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας. Γρήγορα ἡ εὐσεβὴς ψυχή του δέχθηκε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ θαυματουργεῖ. Ὅμως ὁ Ἅγιος θεράπευε ὄχι μόνο κάθε ἀσθένεια ἀλλὰ καὶ ἐλευθέρωνε τὶς μολυσμένες ἀπὸ τὰ δαιμόνια ψυχές.
Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Γορδιανὸς πληροφορήθηκε γιὰ τὶς θαυματουργικὲς ἱκανότητες τοῦ Τρύφωνος, τὸν ἀναζήτησε γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν ἄρρωστη θυγατέρα του ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Οἱ στρατιῶτες τὸν βρῆκαν στὴν κωμόπολη τῆς Σαμψάκου νὰ φροντίζει τὶς χῆνες στὴν παρακείμενη λίμνη καὶ ἀμέσως τὸν πῆραν μαζί τους. 
Τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου ἀναφέρει ὅτι μόλις ὁ Ἅγιος πλησίαζε στὴν Ρώμη τὸ δαιμόνιο ποὺ εἶχε ἡ θυγατέρα τοῦ Γορδιανοῦ, κραύγαζε ὅτι δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ κατοικεῖ μέσα της. 
Οἱ ἔπαρχοι Πομπιανὸς καὶ Πρετεξτάτος τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα καὶ ἐκεῖνος παρακάλεσε τὸν Ἅγιο γιὰ τὴ θεραπεία τῆς θυγατέρας του. Καὶ πράγματι, μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου, ἡ θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνος ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸ δαιμόνιο. Ὁ Ἅγιος μετὰ ἀπὸ ἕξι ἡμέρες προσευχῆς ἀποκάλυψε τὰ κακὰ ἔργα τοῦ διαβόλου καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ποὺ ἤσαν παρόντες δόξασαν τὸν Θεὸ καὶ πίστεψαν σὲ Αὐτόν.
Ὁ αὐτοκράτορας προσπάθησε νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη του, προσφέροντας στὸν Ἅγιο ἀξιώματα καὶ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ὁ Τρύφων εὐγενικὰ ἀρνήθηκε.
Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Δέκιος, ἐξαπέλυσε ἄγριο διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος, ἐπειδὴ δὲν λάτρευε τοὺς θεοὺς τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας καὶ ἦταν Χριστιανός, συνελήφθη ἀπὸ κάποιον στρατιωτικὸ ποὺ ὀνομαζόταν Φρόντων (ἢ Φόρτων) καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τῶν ἐπάρχων τῆς Ἀνατολῆς, Τιβέριου Γράγχου καὶ Κλαυδίου Ἀκυλίνου στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ὁ μάντης Πομπηϊανὸς τὸν παρουσίασε στοὺς ἡγεμόνες.
 Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του. Τότε ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Τοῦ κατατρύπησαν μὲ σπαθιὰ ὅλο του τὸ σῶμα, ἔπειτα τὸν ἔδεσαν ἀπὸ τὰ πόδια σὲ ἄλογα καὶ τὸν ἔσυραν, σὲ ὧρες φοβεροῦ ψύχους, σὲ δύσβατες καὶ πετρώδεις τοποθεσίες. 
Ἐκεῖνος προσευχόταν καὶ ἔλεγε: «Κύριε, μὴν τοὺς καταλογίσεις αὐτὴ τὴν ἁμαρτία». Μετὰ τὸ φρικτὸ μαρτύριο τὸν ρώτησαν ἂν σωφρονίσθηκε καὶ ἤθελε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἀπάντησε τότε στὸν ἔπαρχο Ἀκυλίνο: «Ἀνόσιε καὶ κακῶν ἀρχηγέ, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶσαι σωφρονισμένος, ὅταν εἶσαι μεθυσμένος ἀπὸ τὸν διάβολο; Ἐγὼ πάντοτε περνάω τὸν βίο μου μὲ σωφροσύνη, γιατί ἔχω τὸν Χριστὸ βοηθὸ τῆς ἐλπίδας μου». 
Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἔκλεισαν στὸ δεσμωτήριο μὲ σκοπὸ νὰ τοῦ δώσουν διορία, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν «ἄνοια» αὐτοῦ καὶ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Λίγες ἡμέρες μετὰ ὁ ἔπαρχος κάλεσε τὸν Ἅγιο καὶ τὸν ρώτησε ἐὰν τὸ διάστημα τοῦ χρόνου καὶ τὰ βασανιστήρια τὸν ἔπεισαν νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς.
 Ὁ Ἅγιος καὶ πάλι ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἔσυραν τότε γυμνὸ πάνω σὲ σιδερένια καρφιά, κατόπιν τὸν μαστίγωσαν καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἔκαψαν μὲ λαμπάδες τὰ πλευρά. Στὸ τέλος, μόλις ὁ Μάρτυρας παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ λέγοντας τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τὸ πνεῦμα μου», ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.
Οἱ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Μάρτυρος καὶ ἀφοῦ τὸ ἔχρισαν μὲ πολύτιμα μύρα καὶ τὸ τύλιξαν σὲ σινδόνα, τὸ κατέθεσαν σὲ λάρνακα καὶ τὸ ἀπέστειλαν στὴν πόλη τῆς Σαμψάκου κατὰ τὴν ἐπιθυμία του.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριό του, τὸ ὁποῖο βρισκόταν μέσα στὸ σεπτὸ Ἀποστολεῖο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, πλησίον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.
Ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Τρύφωνα ἔκτισε ὁ μέγας Ἰουστινιανὸς (527-565 μ.Χ.) στὴν τοποθεσία τοῦ Πελαργοῦ Κωνσταντινουπόλεως. Μονὴ τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος ἀναφέρεται καὶ μετὰ τὰ μέσα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ., παρακείμενη στὴ Μητρόπολη Χαλκηδόνος, στὴν ὁποία ἐκάρη μοναχὸς ὁ μετέπειτα Πατριάρχης Νικόλαος ὁ Μυστικὸς (901-907, 912-925 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τρυφὴν τὴν ἀκήρατον, ἰχνηλατῶν ἐκ παιδός, βασάνους ὑπήνεγκας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤθλησας ἄριστα ὅθεν τὴν τῶν θαυμάτων, κομισάμενος χάριν, λύτρωσαι πάσης βλάβης, καὶ παντοίας ἀνάγκης, Τρύφων Μεγαλομάρτυς, τοὺς σὲ μακαρίζοντας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ὁ Μάρτυς σου Κύριε ἐν τὴ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἠμῶν, ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλεν, ἔθραυσε καὶ δαιμόνων, τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταὶς ἰκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν. 

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχᾶς
Τριαδικὴ στερρότητι, πολυθεΐαν ἔλυσας ἐκ τῷ περάτων Ἀοίδιμε, τίμιος ἐν Κυρίῳ γενόμενος, καὶ νικήσας τυράννους ἐν Χριστῷ, τῷ Σωτήρι τὸ στέφος εἴληφας τῆς μαρτυρίας σου, καὶ χαρίσματα θείων ἰάσεων, ὡς ἀήττητος. 




Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ ἐν Γαλατίᾳ

Ὁ Ὅσιος Πέτρος καταγόταν ἀπὸ τὴ Γαλατία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ περιοχὴ ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν Ἄγκυρα. Μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς του ἔμεινε μόνο τὰ ἑπτὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ὅλα τὰ ἄλλα του χρόνια τὰ διῆλθε ὡς ἀσκητής.
Ἀρχικὰ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τῆς Γαλατίας. Ἔπειτα πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς τρόπους ἀσκήσεως τῶν Ἀσκητῶν καὶ Πατέρων τῆς περιοχῆς καὶ νὰ διδαχθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη στὴν Ἀντιόχεια. 
Στὴν πόλη αὐτὴ βρῆκε ἕνα τάφο μὲ οἰκίσκο πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους καὶ κλείσθηκε μέσα. Μπροστὰ στὸν τάφο ὑπῆρχε ἕνας μικρὸς χῶρος φραγμένος μὲ κάγκελα. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος δεχόταν τοὺς εὐλαβεῖς Χριστιανούς. Γιὰ τὴ διατροφή του χρησιμοποιοῦσε, κάθε δυὸ ἡμέρες, ἕνα κομματάκι ψωμὶ καὶ λίγο νερό.
Ὁ Ὅσιος Πέτρος εἶχε προικισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ ἔκανε πολλὰ θαύματα. Πρῶτα ἐλευθέρωσε, μὲ τὴν προσευχή του, ἕναν δαιμονισμένο ἀπὸ τὸ δαιμόνιο ποὺ τὸν βασάνιζε, τὸν ὁποῖο καὶ ἔκανε συγκάτοικό του. 
Μὲ ἄλλο θαῦμα θεράπευσε τὴ μητέρα τοῦ Θεοδωρήτου, Ἐπισκόπου Κύρου, γυναῖκα εὐλαβῆ καὶ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ὁποία ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν. Ἐπίσης, τύφλωσε τὸν στρατηγὸ τῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ βιάσει κάποια μοναχὴ καὶ ἔτσι τὸν ἐμπόδισε νὰ πραγματοποιήσει τὴν ἀνόσια ἐπιθυμία του.
Ὁ Ὅσιος Πέτρος, ἀφοῦ ἔζησε ἐπὶ ἐνενήντα δυὸ ἔτη θεοφιλῶς, παρέδωσε μὲ εἰρήνη τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο καὶ ἔλαβε τὰ ἔπαθλα τῶν πνευματικῶν καὶ ἀσκητικῶν του μόχθων.



Ὁ Ὅσιος Βενδιμιανὸς

Ὁ Ὅσιος Βενδιμιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴ μεγάλη Μυσία καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου (τιμᾶται 14 Φεβρουαρίου), ὁ ὁποῖος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ (408-450 μ.Χ.). Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου, ὁ Βενδιμιανὸς πῆγε σὲ περιοχὴ τῆς δυτικῆς Μικρᾶς Ἀσίας, κάτω ἀπὸ μία βραχοσχισμή, ὅπου καὶ κατασκεύασε ἕνα πολὺ μικρὸ οἰκίσκο, στὸν ὁποῖο ἀσκήτευε. 
Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, κατὰ θεία ὀπτασία, ἀνῆλθε στὸ ὄρος τοῦ Αὐξεντίου καὶ ἔζησε ὁσίως στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου. Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ συμπλήρωσε σαράντα ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς, προαισθάνθηκε τὸ τέλος του. Ἔτσι, λοιπόν, ἔκλινε τὰ γόνατά του καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Ἐνταφιάσθηκε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.

  

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ὁμολογητὴς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ὁμολογητὴς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα. Ἦταν ἀρχικὰ Ἐπίσκοπος Κρήτης καὶ μετετέθη στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης. Ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν Νικήτα Παφλαγόνα ὁ «Βασίλειος οὗτος ὁ πρότερον μὲν Κρήτης ἐπίσκοπος γενόμενος, διὰ τὴν τῶν Ἀγαρηνῶν ἔξοδον εἰς Θεσσαλονίκην μετατεθεῖς».
 Ἡ χειροτονία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου πρέπει νὰ συνέβη κατὰ τὴν πρώτη πατριαρχία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰγνατίου (846-858 μ.Χ.) καὶ ἡ μετάθεσή του στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης πολὺ σύντομα. Τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ μὴν πρόλαβε νὰ ἐγκατασταθεῖ καθόλου στὴν Κρήτη καὶ νὰ μετατέθηκε σχεδὸν ἀμέσως στὴν Θεσσαλονίκη.
Πρὸς τὸν Ἅγιο Βασίλειο Α’, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης ἀπευθύνεται ἡ βοῦλα τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 860 μ.Χ. τοῦ Πάπα Νικολάου Α’ (858-867 μ.Χ.), μὲ τὴν ὁποία ἐπικυρώνεται ὁ διορισμός του ὡς βικαρίου τῆς Ρώμης στὸ ἀνατολικὸ Ἰλλυρικό.
Τὸ ἔτος 862 μ.Χ. ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἀναντιώθηκε κατὰ τοῦ δυσεβοὺς αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ’ (842-867 μ.Χ.). Οἱ κακοποιήσεις καὶ οἱ διώξεις ποὺ ἐπακολούθησαν, τοῦ χάρισαν τὸ στέφανο τοῦ Ὁμολογητοῦ τῆς πίστεως.




Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Συναξαριστὴς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Τὰ λίγα ἁγιογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουμε περὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Β’, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ βίο τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου τοῦ Νέου (τιμᾶται 15 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ Ἅγιος Βασίλειος.
Ὁ Ἅγιος αἰσθανόμενος τὴν κλήση γιὰ τὴν μοναχικὴ πολιτεία ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τῶν Περιστερών, τὴν ὁποία ἀνήγειρε κατὰ τὸ ἔτος 871 μ.Χ. ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος.
 Ἡ μονὴ βρισκόταν κοντὰ στὴν κωμόπολη Σερβίλια (σήμερα Ὀρμύλια) Χαλκιδικής. Ἐκεῖ, στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἐκάρη μοναχὸς τὸ 875 μ.Χ. καὶ μόνασε σὲ ἀναχωρητικὸ κελί. Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος μὲ τὸ προορατικό του χάρισμα τοῦ προεῖπε ὅτι θὰ φύγει ἀπὸ τὴ μονὴ καὶ θὰ γίνει Ἐπίσκοπος. Οἱ προφητεῖες τοῦ Ὁσίου ἐπαληθεύθηκαν.
 Ὁ Βασίλειος ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ἡ ποιμαντορία τοῦ Βασιλείου Β’ στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ μετὰ τὴν ἀρχιερατεῖα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεσσαλονικέως, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖται ὡς Ἀρχιεπίσκοπος ἀκόμη ὡς τὸ 904 μ.Χ., τουλάχιστον μέχρι τὰ μισὰ τοῦ ἔτους, ὁπότε καὶ συνέβη ἡ καταστροφὴ τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς Σαρακηνοὺς πειρατές. Συνεπῶς ὁ Ἅγιος Βασίλειος πρέπει νὰ τὸν διαδέχθηκε. Ὁ συντομότερος χρόνος ἐφαρμογῆς τῆς προφητείας τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου εἶναι τὸ ἔτος 904 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος

Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος ἦταν ὁμολογητὴς τῆς πίστεώς μας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.




Ὁ Ἅγιος Θεΐων μετὰ τῶν δυὸ παίδων

Εἶναι ἄγνωστο ποῦ καὶ πότε μαρτύρησαν ὁ Ἅγιος Θεΐων μὲ τοὺς δυὸ παῖδες, οἱ ὁποῖοι τελειώθηκαν διὰ ξίφους.



Ὁ Ἅγιος Καρίων ὁ Μάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Καρίων μαρτύρησε ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.



Οἱ Ἅγιοι Περπέτουα, Σάτυρος, Ροβεκάτος, Φιλικητάτη, Σατουρνίνος καὶ Σεκοῦνδος οἱ Μάρτυρες

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Βίβια Περπέτουα, νέα 22 ἐτῶν, νυμφευμένη καὶ ἔχουσα τέκνο σὲ θηλασμό, καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια τῆς Καρχηδόνος. Συνελήφθη τὸ ἔτος 203 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.), ἀπὸ τὸν ἀνθύπατο τῆς Ἀφρικῆς Ἰλαριανὸ μαζὶ μὲ ἄλλους κατηχούμενούς της Ροβεκάτο καὶ Φιλικητάτη, πιθανῶς συζύγους, Σατουρνίνο καὶ Σεκοῦνδο καὶ ὅλοι τους ὁδηγήθηκαν στὸν χιλίαρχο, στὸν ὁποῖο καὶ ὁμολόγησαν μὲ παρρησία τὴν πίστη τους στὸν Χριστό.
Ὁ διδάσκαλός τους Σάτυρος, μὴν ἀντέχοντας νὰ βλέπει τοὺς μαθητές του νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴ φυλακή, προσῆλθε οἰκειοθελῶς στὴ φυλακή.
Ὁ πατέρας τῆς Περπέτουας, ἄλλοτε μὲ ἤπιους λόγους καὶ ἄλλοτε μὲ ἀπειλὲς ἐπιχείρησε μάταια νὰ τὴν μεταπείσει καὶ σὲ μία στιγμὴ ὀργῆς θέλησε νὰ τῆς ἐξορύξει τοὺς ὀφθαλμούς. Λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν σύλληψή τους βαπτίσθηκαν, ἔπειτα δὲ ρίχτηκαν σὲ σκοτεινὴ φυλακή, ἀλλὰ οἱ διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ δωροδόκησαν τοὺς φύλακες, πέτυχαν τὴν μεταφορά τους σὲ καλύτερα κελιά, ὅπου ἡ Περπέτουα μποροῦσε νὰ βλέπει τοὺς συγγενεῖς της καὶ νὰ τρέφει τὸ παιδί της. 
Κατὰ παράκληση τοῦ ἀδελφοῦ της ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅραμα, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ περὶ τῆς τύχης τους. Τῆς δείχθηκε λοιπὸν κλίμακα ὀρειχάλκινη, ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανό, μὲ ἑκατέρωθεν μπηγμένα ξίφη, δόρατα, ἄγκιστρα, μαχαίρια, ὀβελίσκους, ὥστε κάθε ἀμελὴς ἀναβάτης νὰ σκίζεται, ἐνῷ κάτω ἀπὸ αὐτὴν παραμόνευε ὑπερμεγέθης δράκοντας, ποὺ ἐκφόβιζε αὐτοὺς ποὺ ἐπιχειροῦσαν νὰ ἀνέλθουν. 
Ὁ Κατηχητὴς Σάτυρος, ποὺ εἶχε ἤδη ἀνέλθει τὴν σκάλα, στράφηκε πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν παρακάλεσε νὰ περπατήσει, αὐτὴ δὲ μὲ θάρρος πάτησε τὴν κεφαλὴ τοῦ δράκοντος καὶ ἀνέβηκε. Εὑρεθεῖσα σὲ μεγάλο κῆπο, εἶδε ὑπερμεγέθη πολιὸ ἄνδρα ποὺ ἄρμεγε πρόβατα καὶ περιστοιχιζόταν ἀπὸ χιλιάδες λευκοφορούντα πρόσωπα.
 Τῆς ἀπηύθυνε τὸν λόγο λέγοντάς της «καλῶς ᾖλθες τέκνον», τῆς ἔδωσε τυρὶ «ὡς ψωμί», αὐτὴ δὲ συνέπλεξε τὰ χέρια καὶ ἔφαγε, ἐνῷ οἱ παριστάμενοι εἶπαν «Ἀμήν». Ὁ ἦχος αὐτοῦ τοῦ ἐπιφωνήματος τὴν ξύπνησε, ὁπότε διηγηθεῖσα  τὸ ὅραμα στὸν ἀδελφό της, ἔδωσε τὴν ἐξήγηση ὅτι θὰ μαρτυρήσουν.
Ὁ πατέρας της, ποὺ εἶχε ἐξαφανιστεῖ γιὰ λίγο ἐλπίζοντας ὅτι ἡ κόρη του θὰ μεταστρεφόταν, ἐπανεμφανισθεῖς, πιὸ εὐγενὴς καὶ συγκρατημένος, τῆς ζητοῦσε νὰ λυπηθεῖ τὰ γηρατειά του καὶ τὴν τιμὴ τῆς οἰκογένειας καὶ τὴν καταφιλοῦσε, ἀλλὰ αὐτὴ παρὰ τὴν συγκίνησή της παρέμεινε ἀμετάπειστη.
Τέλος οἱ κρατούμενοι ὁδηγήθηκαν στὸν ἀνθυπατεύοντα Ἰλαριανὸ γιὰ ἀνάκριση. Τὸ μαρτύριο ὁρίσθηκε γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν γενεθλίων τοῦ Καίσαρος Γέτα, ἐπὶ αὐτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.). Οἱ Ἅγιοι τέλεσαν δεῖπνο ἀγάπης καὶ οἱ παρατηροῦντες Ἐθνικοὶ ἐκπλήττονταν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Σάτυρου.
Οἱ Μάρτυρες εἰσήχθησαν στὸ ἀμφιθέατρο καὶ βάδιζαν χαρούμενοι καὶ ὑπερήφανοι. Ἀπέλυσαν τὰ θηρία. Ὁ Σατουρνίνος, ὁ Ροβεκάτος, ὁ Σεκοῦνδος καὶ ὁ Σάτυρος δέχθηκαν τὴν ἐπίθεση τῶν ἄγριων ζῴων. Ἡ Περπέτουα καὶ ἡ Φιλικητάτη ἀφοῦ δέχθηκαν τοὺς κερατισμοὺς δαμάλεως, κατερρίφθησαν ματωμένες καὶ στὴ συνέχεια ἀποκεφαλίσθηκαν. Τὸ μαρτύριο συντελέσθηκε τὸ ἔτος 202 μ.Χ.. Ἔτσι καὶ οἱ ἕξι Ἅγιοι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας.




Ἡ Ὁσία Μπριντζίτα (Προστάτης τῆς Ἰρλανδίας)


Ἡ Ἁγία Μπριντζίτα ἤκμασε στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. Τὸ ὄνομά της ἀναφέρεται στὴν ἱστορία τοῦ Ἁγίου Βεδέα καὶ σὲ ὅλα τὰ μαρτυρολόγια τῆς ἐποχῆς. Ἡ Ἁγία ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ἵδρυσε μονὴ καὶ ἀφιέρωσε τὴν ζωή της στὴ διακονία τῶν πτωχῶν. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 525 μ.Χ.








Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Ἐρημίτης

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε ὡς ἐρημίτης στὴν Γεωργία. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.



Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Μεγαλομάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Ἠλίας, μαρτύρησε στὴν Ἠλιούπολη τοῦ Λιβάνου τὸ ἔτος 799 μ.Χ.




Οἱ Ὅσιοι Δαβίδ, Συμεὼν καὶ Γεώργιος οἱ αὐτάδελφοι ἐκ Μυτιλήνης

Οἱ τρεῖς αὐτάδελφοι Ὅσιοι καὶ Ὁμολογητὲς ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δευτέρας φάσεως τῆς εἰκονομαχίας. Ὁ πρωτότοκος Ὅσιος Δαβὶδ ἀσκήτεψε καὶ ἵδρυσε κατόπιν μονὴ στὸ ὄρος Ἴδῃ, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν μόνασε ἀρχικὰ στὴ μονὴ τοῦ ἀδελφοῦ του στὴν Ἴδῃ καὶ ἐπέστρεψε ὕστερα στὴ Μυτιλήνη ὅπου ἵδρυσε τὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου στὸ Μῶλο τοῦ νοτίου λιμένος τῆς πόλεως, στὴν ὁποία ἔζησε ὡς στυλίτης ἐπὶ πολλὰ χρόνια. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχὸς καὶ ἱερεὺς καὶ ὁ ἄλλος ἀδελφός, ὁ Ὅσιος Γεώργιος.
Κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐγκαθίσταται στὰ περίχωρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀναπτύσσει ἐξαιρετικὴ δράση ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων.
Ἐξορίζεται ἀπὸ τὸν εἰκονομάχο αὐτοκράτορα Θεόφιλο, μαζὶ μὲ τοὺς Γραπτοὺς καὶ ἄλλους Πατέρες, στὴν Ἀφουσία καὶ ἀπελευθερώνεται μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ. 
Γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ ρόλος του ἦταν πολὺ σημαντικός. Αὐτός, σὲ συζήτηση ἐνώπιον τῆς χήρας βασιλίσσης Θεοδώρας καὶ τῆς αὐλῆς, κατατροπώνει τὸν εἰκονομάχο Πατριάρχη Ἰωάννη Ζ’ τὸν Γραμματικὸ (836-842 μ.Χ.) καὶ ὑποδεικνύει ὡς διάδοχό του τὸν Μεθόδιο (842-846 μ.Χ.). 
Ὁ ἀδελφός του Ὅσιος Γεώργιος ποὺ εἶχε ἤδη καθ’ ὑπόδειξη τοῦ Ὁσίου Συμεών, ἔλθει στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐκλέγεται καὶ χειροτονεῖται Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης, ἂν καὶ ἦταν 80 ἐτῶν. Καὶ οἱ δυὸ μὲ πολλὲς τιμὲς ἐπιστρέφουν στὸ νησί, ὅπου μετὰ ἕνα ἔτος, τὸ 844 μ.Χ., ἀναπαύεται μὲ εἰρήνη ὁ Ὅσιος Συμεὼν καὶ μετὰ ἕνα ἢ δυὸ ἔτη (845 ἢ 846 μ.Χ.) ὁ Ὅσιος Γεώργιος. 
Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἀνακομίζεται ἀπὸ τὴν Ἴδῃ καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ καὶ κατατίθεται στὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου στὸ Μῶλο τῆς Μυτιλήνης, στὴν ἴδια μὲ τοὺς ἄλλους Ὁσίους ἀδελφοὺς θαυματόβρυτο λάρνακα, ποὺ ἀποτελοῦσε ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες τὸ κέντρο τῆς λειτουργικῆς τιμῆς τῶν τριῶν Ὁσίων αὐταδέλφων.
Ὁ Ἅγιος Μεθόδιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ὁμολογητής, σὲ ἀνέκδοτο ἔργο του ἀναφέρεται μὲ ἐγκώμια στοὺς τρεῖς στενοὺς συνεργάτες καὶ ὑποστηρικτές του: τὸν μέγα Ἰωαννίκιο, τὸν κλεινὸ Συμεὼν καὶ τὸν διαβόητο στὶς θεωρίες Ἰλαρίωνα.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἀναφέρεται καὶ σὲ μικρὸ ἀπόσπασμα τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ διαβάζεται τὴν Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, τῆς Ὀρθοδοξίας: «Συμεὼν τοῦ ὀσιωτάτου Στυλίτου αἰωνία ἡ μνήμη».



Οἱ Ἅγιοι Ἀδριανός, Πολύευκτος, Πλάτων καὶ Γεώργιος οἱ Μάρτυρες ἐν Μεγάροις

Εἶναι ἄγνωστος ὁ χρόνος καὶ ὁ τρόπος τοῦ μαρτυρίου τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀδριανοῦ, Πολυεύκτου, Πλάτωνος καὶ Γεωργίου, τῶν ὁποίων οἱ τάφοι καὶ τὰ ἱερὰ αὐτῶν λείψανα ἀνακαλύφθηκαν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ Μέγαρα.
Τὰ χρόνια ἐκεῖνα τῆς Τουρκοκρατίας, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1600-1670, ἕνας Μεγαρεὺς ποὺ ὀνομαζόταν Οἰκονόμου θέλησε νὰ ἀναγείρει οἰκοδομή, στὸν τόπο ὅπου σήμερα βρίσκεται ὁ φερώνυμος ναὸς τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. 
Ἐνῷ δὲ οἱ ἐργάτες ἔσκαβαν, ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς αἰσθάνθηκε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του θερμότητα τόσο αἰσθητή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐργασθεῖ στὸ μέρος ἐκεῖνο.
 Τὸ εἶπε τότε στὸν Οἰκονόμου, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ κοντά, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἔσκαψε βαθύτερα μὲ τὰ χέρια του, βρῆκε μαρμάρινη πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦταν χαραγμένα τὰ ὀνόματα τῶν Ἁγίων. Τότε τὴν ἀνέσυραν καὶ βρῆκαν κάτω ἀπὸ αὐτὴν τὰ σεπτὰ λείψανα τῶν Ἀθλοφόρων.
Ἀλλὰ κάποιοι ἱερόσυλοι, μόλις ἀποκαλύφθηκαν τὰ ἱερὰ λείψανα, τὰ σύλησαν καὶ ἀναχώρησαν κρυφὰ στὴν Πελοπόννησο. Ἀναζητηθέντες ὅμως δὲν εὑρέθησαν, λόγω καὶ τῆς ἀδιαφορίας τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Οἰκονόμου μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ ἔλαβε μαζί του καὶ τὴν πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦταν χαραγμένα τὰ ὀνόματα τῶν Μαρτύρων καὶ ἀνέφερε στὸν τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τὰ γενόμενα στὴν πόλη τῶν Μεγάρων.
Περὶ τοῦ πῶς βρέθηκαν στὰ Μέγαρα οἱ Ἅγιοι, δυνάμεθα νὰ συμπεράνουμε δυὸ πράγματα: Ἢ ὅτι αὐτοὶ ὑπέστησαν διώξεις ἀπὸ χριστιανομάχους στὶς Σέρρες καὶ ἐκδιωχθέντες ἀπὸ ἐκεῖ κατέφυγαν στὰ Μέγαρα, ὅπου τελειώθησαν μαρτυρικά, ἢ ὅτι μαρτύρησαν στὰ Μέγαρα ὑπηρετοῦντες σὰν στρατιῶτες.



Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ναυπλιώτης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀναστάσιος γεννήθηκε στὸ Ναύπλιο καὶ ἦταν Ζωγράφος. Ἐξισλαμίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἀφοῦ ᾖλθε στὸν ἑαυτό του, ἀποκήρυξε τὸν Ἰσλαμισμὸ καὶ ὁμολόγησε μὲ παρρησία καὶ γενναιότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστό.
Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ τὸν δελεάσουν καὶ τὸν ἀπείλησαν μὲ τὴν ζωή του. Ἐκεῖνος ὅμως παρέμεινε ἀκλόνητος στὴ χριστιανικὴ ὁμολογία του καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο στὸ Ναύπλιο, τὸ ἔτος 1655 μ.Χ., ἀφοῦ διαμελίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους.



Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Πέτρος (Σκιπετρώφ) ἦταν Πρεσβύτερος καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 1918.



Ἐγκαίνια Ναοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐν Ἀρμουλαδῇ
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΤΡΙΩΔΙΟΥ!!


Την Κυριακή αυτή διαβάζεται ή ομώνυμη παραβολή, στην οποία διακρίνουμε τα αποτελέσματα της υπερήφανης προσευχής του «δικαίου» Φαρισαίου πού τελικά δεν εισακούστηκε και της ταπεινής προσευχής του αμαρτωλού Τελώνου, του οποίου (ή προσευχή) ανέβη στον ουρανό ως θυμίαμα και εισακούστηκε.
Μ' αυτό τον τρόπο ή Εκκλησία μας βοήθα να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη προσεγγίσεως της ύψοποιού ταπεινώσεως, την οποία κάθε χριστιανός πρέπει να επιδιώκει μέσα στην περίοδο της αγίας Τεσσαρακοστής και κατ' επέκταση στη ζωή του.
Ό ταπεινός άνθρωπος δεν κινδυνεύει να πέσει. «Ό υποκάτω πάντων ων, που πεσείται;» λέγουν οι Πατέρες. Δηλ. αυτός πού τοποθετεί και θεωρεί τον εαυτόν του κάτω - κάτω, χαμηλότερα άπ' όλους, που θα πέσει; Και ο Μέγας Αντώνιος έλεγε: «Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού να έχουν απλωθεί πάνω στη γη και είπα λυπημένος: Ποίος άραγε μπορεί να τις αποφύγει; Και άκουσα φωνή πού έλεγε: Η ταπεινοφροσύνη!»
Την Τετάρτη και Παρασκευή αυτής της εβδομάδα; τρώγεται και κρέας.
Ή παραβολή του «Άσωτου Υιού» είναι γνωστή. Ομιλεί για ένα πλούσιο νέο ο όποιος άσωτα κατασπατάλησε την περιουσία του σε χώρα μακρινή και στο τέλος κατάντησε να βόσκει χοίρους. Τότε μετανόησε και επέστρεψε στον πατέρα του, πού τον δέχθηκε με άπειρη αγάπη και στοργή.
Ή παραβολή είναι ανεξάντλητη σε νοήματα, αφού, όπως λέγεται, ολόκληρο το έργο της Θείας Οικονομίας ευρίσκεται μέσα σ' αυτή.
Το βαθύτερο νόημα της παραβολής είναι τετραπλό:
α. Ή απελπιστική κατάσταση στην οποία φθάνει ο αμαρτωλός.
β. Ή ανάγκη μετανοίας και τα σωτήρια αποτελέσματα της.
γ. Το μέγεθος της θείας Ευσπλαχνίας στην οποία μπορούν να στηρίζονται καί οι πλέον αμαρτωλοί, ώστε να μη φθάνουν ποτέ στην απελπισία. Κανένα αμάρτημα, όσο μεγάλο κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να υπερνικήσει τη φιλάνθρωπη γνώμη του Θεού και
δ. Ή αποφυγή του αισθήματος της αυτάρκειας του δικαιωμένου, όπως θεωρούσε τον εαυτό του ο πρεσβύτερος υιός.
Εάν λοιπόν συναισθανθούμε την πραγματική πνευματική μας κατάσταση και με ειλικρίνεια ομολογήσουμε τα λάθη μας και την κατασπατάληση των ταλάντων πού μας χάρισε ο Θεός, θα καταλάβουμε ότι αύτη την Κυριακή Όλοι μας εορτάζουμε και όλοι, κατά κάποιο τρόπο, είμαστε άσωτοι υιοί, απομακρυνθέντες από τον «Οίκον του Ουρανίου Πατρός μας».
Τετάρτη καί Παρασκευή τηρείται κανονική νηστεία (αλάδωτα).

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ
Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω, λέγε - «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. Είναι το πρώτο ο τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το δεύτερο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής).
Ό λόγος πού το καθιέρωσε ή Εκκλησία μας, παρ' ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ό έξης: Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, «οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι εθέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ' αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».
Επειδή την Κυριακή της Απόκρεω ποιούμε ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού και οι κεκοιμημένοι μας ακόμη δεν κρίθηκαν, τους μνημονεύουμε σήμερα και, επικαλούμενοι το άπειρο έλεος Του, παρακαλούμε τον Θεό με το μνημόσυνο πού κάνουμε, να τους αναπαύσει.
Συγχρόνως δε, ενθυμούμενοι και εμείς το θάνατο, «διεγειρόμεθα προς μετάνοιαν...».
Ή Κυριακή αυτή λέγεται έτσι, διότι από την επόμενη ήμερα (Δευτέρα) απέχουμε κρέατος. Δηλ. ή Κυριακή της Άπόκρεω είναι ή τελευταία ημέρα της κρεοφαγίας μέχρι Πάσχα και δεν επιτρέπεται ή κατάλυση κρέατος, εκτός αν πρόκειται για άρρωστους.
Οι θείοι Πατέρες έταξαν αυτή την Κυριακή να γίνεται ανάμνηση της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού για να θυμόμαστε, όχι μόνο τη φιλανθρωπία Του (από την Κυριακή του Άσωτου), αλλά και τη δικαιοσύνη Του στην κρίση. πού θα γίνει μερικώς την ήμερα του θανάτου μας και τελικώς - τελεσιδίκως στη Δευτέρα Παρουσία Του.
Έτσι είναι δυνατόν να διεγειρόμαστε από τον ύπνο ή αμελείας προς εργασία των αρετών και καλλιέργεια - αύξηση των ταλάντων μας.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Μετά την προηγηθείσα (με τα προηγούμενα) παιδαγωγία, οι Θεοφόροι Πατέρες σαν άριστοι Στρατηγοί, πού προετοιμάζουν τα στρατεύματα τους για μάχη με τα λαμπρά Παραδείγματα των ηρώων, μας προβάλλουν ήδη προς μίμηση και παρηγοριά όλους τους διαλάμψαντες οσίους και θεοφόρους Πατέρες και Μητέρες - Μοναχούς και Μοναχές πού αγίασαν με νηστεία - αγρυπνία - προσευχή και ταπείνωση.
Όλοι αυτοί πού αποτελούν παραδείγματα αγώνος και μετανοίας μας παρακινούν και μας προτρέπουν στον πνευματικό αγώνα πού αρχίζει, προς απόκτηση των αρετών, απόρριψη των κακιών καί τελική κατάκτηση «των έπηγγελμένων ημίν αγαθών» (εγκόσμιων και υπερκοσμίων).
Κακώς επικράτησε να θεωρούνται το Σάββατο αυτό και το Α' Σάββατο των Νηστειών (του θαύματος του Αγίου Θεοδώρου) ως Ψυχοσάββατα.
Μετά τη διακοπή της κρεοφαγίας, αυτή την εβδομάδα (τρίτη του Τριωδίου), ΟΛΕΣ τις ημέρες της, τρώμε τυροκομικά, αυγά και ψάρια. Γι' αυτό ονομάστηκε «Τυροφάγου» ή «Τυρινής».
Ή Εκκλησία μας, χωρίς να θεωρεί μολυσμένη καμία τροφή, επιτρέπει τη βρώση γάλακτος και αυγών και όχι το πρόβατο ή το κοτόπουλο, πού τα παράγουν, ΔΙΟΤΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ τις τροφές σε περισσότερο και ολιγότερο βοηθητικές στην εγκράτεια και κατά καιρούς άλλες επιτρέπει και άλλες απαγορεύει.
Μαζί με τη νηστεία λοιπόν, πού αρχίζει μερικώς και σταδιακώς από την εβδομάδα αυτή, ή Εκκλησία φέρει ενώπιον μας και μας θυμίζει με τα τροπάρια αυτής της Κυριακής, την εξορία των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, πού έγινε λόγω της παρακοής τους (δεν ετήρησαν τη νηστεία, σχετικά με τον απαγορευμένο καρπό). Αντί του Παραδείσου και της αιωνιότητας, βρήκαν το θάνατο.
Και εμείς καλούμεθα (με την υμνολογία της ημέρας) αυτό πού έχασε ο Αδάμ με την ακρασία (ανυπακοή, άμετανοησία, εγωισμό και γαστριμαργία), να το κερδίσουμε με την εγκράτεια (υπακοή, μετάνοια, ταπείνωση και νηστεία).
Γι' αυτό ή Εκκλησία μας αύτη την Κυριακή μας τονίζει ότι: «Το στάδιον των αρετών ηνέωκται (άνοιξε) οι βουλόμενοι αθλήσαι (όσοι θέλουν ν' αγωνιστούν) εισέλθετε...», ώστε, όσοι είναι καλοπροαίρετοι, ν' αρχίσουν με όρεξη και χαρά τον αγώνα της Τεσσαρακοστής.
Το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου τελείται ο κατανυκτικός Εσπερινός της Συγνώμης.
Κατανυκτικός λέγεται, διότι ψάλλονται κατανυκτικά τροπάρια από το Τριώδιο, πού το περιεχόμενο τους διαποτίζεται από βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητας, πένθος, συντριβή, μετάνοια και θερμή ικεσία για άφεση αμαρτιών.
Εσπερινός Συγνώμης λέγεται, αυτός μόνον, από τους κατανυκτικούς, διότι στο τέλος της ακολουθίας ό λαός ασπάζεται το Ευαγγέλιο ζητώντας από τον Ιερέα συγγνώμη και στη συνέχεια καί μεταξύ τους, ώστε συγχωρεμένοι να αρχίσουν τη Μεγ. Τεσσαρακοστή. Πρόκειται για μια ωραία συνήθεια, πού καλό είναι να αναβιώσει.
Αυτοί οι κατανυκτικοί Εσπερινοί τελούνται κάθε Κυριακή της Μεγ. Τεσσαρακοστής.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό των Εσπερινών αυτών είναι ότι μετά την Είσοδο και το «Εσπέρας Προκείμενον», αλλάζει ό διάκοσμος της Αγίας Τραπέζης και ή στολή του Ιερέως. Από πασχαλινή, λόγω της Κυριακής, μεταπίπτει σε πένθιμη, λόγω της Τεσσαρακοστής (αλλάζουν τα λευκά με πορφυρά - έφ' όσον τον Χριστό δεν Τον πενθούμε ως άνθρωπο, άλλ' ως Βασιλέα Θεό). Όπου χρησιμοποιούνται μώβ ή μαύρα, είναι συνήθεια μεταφερθείσα από τη Δύση.
Στο τέλος του Εσπερινού ψάλλονται τα τροπάρια «Θεοτόκε Παρθένε...», «Βαπτιστά του Χριστού...» κ.λπ. και κατακλείονται με την ευχή του Αγίου Έφραίμ του Σύρου:
«Κύριε καί Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και άργολογίας μη μοι δως.
Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω.
Ναι, Κύριε, Βασιλεύ, δώρησαί μοι του όράν τα έμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον άδελφόν μου ότι εύλογητός ει εις τους αίώνας των αιώνων. Αμήν».
Λέγοντας την, κάνουμε και τρεις μεγάλες μετάνοιες. Ακολουθούν δώδεκα μικρές, ενώ λέμε μυστικώς το: «Ό Θεός ίλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και στο τέλος επαναλαμβάνεται το: «Ναί Κύριε, Βασιλεύ...» κάνοντας και τετάρτη μεγάλη μετάνοια.
Από τη Δευτέρα μετά την Κυριακή της Τυρινής αρχίζει ή Μεγ. Τεσσαρακοστή. Είναι περίοδος αυστηρής νηστείας, εκτενών ιερών ακολουθιών και γενικώς πνευματικής περισυλλογής και μετάνοιας.
Στην Α' Οικουμενική Σύνοδο οι Άγιοι Πατέρες έθέσπισαν την 40ήμερη αύτη νηστεία, κατά μίμηση της 40ήμερης νηστείας του Κυρίου, ώστε προετοιμασμένοι με προσευχές και ελεημοσύνες, με νηστείες και αγρυπνίες, με δάκρυα και εξομολόγηση και καθαρή συνείδηση, να εορτάσουμε τις άγιες ήμερες των Παθών και της Αναστάσεως του Κυρίου μας.
Νηστεύουμε για τα ιδικά μας αμαρτήματα, λέει ό Άγιος Χρυσόστομος καί όχι για το Πάσχα ή τη Σταύρωση του Κυρίου μας.
Λέγεται ή Τεσσαρακοστή αυτή «Μεγάλη», γιατί:
α. Είναι μεγάλα τα γεγονότα στα όποια οδηγούμαστε (Πάθη - Ανάσταση).
β. Ή νηστεία την περίοδο αύτη είναι αυστηρή και διαφέρει από τη νηστεία της Τεσσαρακοστής των Χριστουγέννων. Δηλ. είναι αλάδωτη δεν τρώμε λάδι, πλην Σαββάτου και Κυριακής. Όλες τις άλλες ημέρες τρώμε ξηροφαγία ή αλάδωτα φαγητά. Εννοείται ότι αυτή τη νηστεία την έφαρμόζουν οι υγιείς. Όσοι έχουν προβλήματα υγείας, παίρνουν ευλογία από τον Έξομολόγο, τον Πνευματικό τους και ρυθμίζουν το ζήτημα.
Ή νηστεία είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος.
Ή πρώτη ήμερα της Μεγ. Τεσσαρακοστής λέγεται «Καθαρά Δευτέρα», καθώς και όλη ή πρώτη εβδομάδα «Καθαρά Έβδομάς», επειδή οι πιστοί «καθαίρονται δια της νηστείας» (και όχι γιατί κάνουν καθαριότητα σ' ο,τι έμεινε αφάγωτο από την προηγούμενη εβδομάδα! Ρυθμίζουν όσο γίνεται, φαγητά και ποσότητες για να μην πετιούνται).
Ήδη «Το Στάδιον των αρετών ηνέωκται οί βουλόμενοι αθλήσαι...» μπορούν να εισέλθουν στον πνευματικό αγώνα, για να λάβουν αμάραντο «στέφανον παρά του Παμβασιλέως Χριστού...».
Ή ήμερα είναι για πολλούς αργία και ως πρώτη ήμερα της Τεσσαρακοστής επιβάλλεται να την αρχίσουμε σωστά με τον πρωινό εκκλησιασμό. Το απόγευμα παρακολουθούμε και απολαμβάνουμε το πρώτο Μέγα Απόδειπνο.
Δυστυχώς σήμερα ή νηστεία έχει πολύ παραμεριστεί Ελάχιστοι μάλιστα δίδουν σημασία στην κανονική νηστεία. Ή αξία της όμως, όπως την τονίζει ο Μ. Βασίλειος, είναι πολύ μεγάλη: «Ή νηστεία έχει ηλικία ίση με την ανθρωπότητα, διότι ενομοθετήθηκε στον Παράδεισο. Από τον καρπόν του δένδρου... δεν θα φάγετε είπεν ό Θεός στους Πρωτοπλάστους. Και επειδή δεν τηρήθηκε ή νηστεία αυτή, εκδιωχθήκαμε από τον Παράδεισο... Ό Μωυσής μετά από νηστεία έλαβε τις πλάκες του Νόμου στο Σινά. Ό Ήσαύ για λίγο φαγητό επώλησε τα πρωτοτόκια στον Ιακώβ. Ή νηστεία έκανε ακατανίκητο τον Σαμψών. Ή νηστεία γεννά Προφήτες, κάμνει ισχυρότερους τους ισχυρούς, κάμνει σοφούς τους νομοθέτες. Ή νηστεία αγιάζει τον αφιερωμένο στον Θεό και καθιστά τον Ιερέα ικανό να προσφέρει θυσίαν. Ή νηστεία έσβησε τη δύναμη του πυρός, έφραξε στόματα λεόντων, αναβιβάζει την προσευχή στον ουρανό. Η νηστεία είναι πρόοδος των οίκων, μητέρα της υγείας, παιδαγωγός των νέων, στολισμός των πρεσβυτέρων... Του νηστεύοντος οι οφθαλμοί είναι ήρεμοι, το βάδισμα σεμνό, το πρόσωπο σοβαρό, οι λόγοι του μετρημένοι, ή καρδία του
καθαρά... Αν θέλεις να κάνεις ισχυρό το πνεύμα σου, χαλιναγώγησε με νηστεία την σάρκα σου... Μην νομίσεις ότι ή νηστεία περιορίζεται στις τροφές. Πραγματική νηστεία είναι ή νηστεία των πέντε αισθήσεων. Τι το όφελος να νηστεύεις από τροφές και να ευρίσκεσαι σε φιλονικίες ή διαμάχες με τους δικούς σου, να κατατρώγεις τον αδελφόν σου με την γλώσσα σου, να βλέπεις άσεμνα θεάματα, να άκούεις μουσική ή πράγματα πού σε βλάπτουν και να μεθά ή ψυχή σου όχι με οίνο, αλλά με θυμόν!...». Αυτή είναι ή αξία της πραγματικής και αληθινής νηστείας. Νηστεία και από τις τροφές, αλλά και από τα πάθη.
Το θέμα του σκανδαλισμού είναι παρεξηγημένο. Λένε πολλοί: «Έφαγα κρέας ή πάστα παρ' όλο πού ήταν Παρασκευή για να μην τους σκανδαλίσω»!!! Το ότι πρέπει να προσέχουμε το σκανδαλισμό δεν υπάρχει αμφιβολία και πρέπει. Αλλά ο σκανδαλισμός πού πρέπει να αποφεύγουμε και να προσέχουμε, είναι ο σκανδαλισμός πού προέρχεται από την παράβαση των Νόμων του Θεού ή των εντολών της Εκκλησίας. Σκανδαλισμός πού προέρχεται από την τήρηση των Νόμων του Θεού, (αν πράγματι υπάρχει και τοιούτος σκανδαλισμός), πρέπει να μας αφήνει τελείως αδιάφορους! "Αν υπάρχουν, (και βεβαίως υπάρχουν), άνθρωποι πού σκανδαλίζονται διότι βλασφημούμε, ψευδόμεθα ή δεν τηρούμε (καταλύομε) τις νηστείες κ.λπ., τότε ή ενοχή μας είναι διπλή: Και εμείς αμαρτάνουμε και τους αδελφούς μας σκανδαλίζουμε. Αλλά αν υπάρχουν άνθρωποι πού... σκανδαλίζονται(!), διότι ημείς προσευχόμαστε, κοινωνούμε, τηρούμε τις νηστείες κ.λπ., ας σκανδαλίζονται και ας λέγουν ο,τι θέλουν! Πρέπει να εννοήσουμε ότι άλλο πράγμα είναι ή επίδειξη και άλλο πράγμα είναι ή ομολογία. Μπρος λοιπόν στα πασχαλινά φαγητά, ό Χριστιανός, την ήμερα της νηστείας, χωρίς φαρισαϊσμούς και καυχησιολογίες αρνείται να φάγει. Έτσι αποδεικνύεται συνεπής στις αρχές του, ομολογητής της πίστεως του και πειθαρχικό
παιδί της Εκκλησίας μας. Εάν φάγει, εμπράκτως διδάσκει και τους άλλους να πράττουν το ίδιο, χωρίς μάλιστα τύψεις, αφού κι' αυτός πού θρησκεύει, τρώει...».
Στην περίοδο αύτη πραγματοποιούνται πολλές και σημαντικές αλλαγές. Δηλ. στις πέντε νηστήσιμες ημέρες της εβδομάδας, (Δευτέρα έως Παρασκευή), δεν εφαρμόζεται το καθιερωμένο τυπικό: Το πρωί ακολουθία του Μεσονυκτικού καί Όρθρου με ή χωρίς Θεία Λειτουργία και το απόγευμα ή ακολουθία του Εσπερινού.
Αιτία των αλλαγών είναι οι νέες ακολουθίες πού προστίθενται στην περίοδο αυτή: Ή Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, πού συνήθως τελείται Τετάρτη και Παρασκευή, οι Χαιρετισμοί και το Μέγα Απόδειπνο. Έτσι παρουσιάζονται οι ακόλουθες περιπτώσεις:
α. Το πρωί της Δευτέρας, Τρίτης και Πέμπτης τελούνται:
(1) Μεσονυκτικό και Όρθρος,
(2) Οι Ώρες (Α', Γ', ΣΤ' και Θ'),
(3) Ό Εσπερινός του απογεύματος (στον οποίο, φυσικά, τιμάται ο Άγιος της επόμενης ημέρας).
β. Το πρωί της Τετάρτης και Παρασκευής τελούνται όλα τ' ανωτέρω και στον Εσπερινό επισυνάπτεται και η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
γ. Εάν ή Προηγιασμένη πρόκειται να τελεσθεί το απόγευμα, τότε ή πρωινή ακολουθία αρχίζει κανονικά, σταματά όμως στην ΣΤ' Ώρα και γίνεται απόλυση.
δ. Ή Προηγιασμένη το απόγευμα αρχίζει με την Θ' Ώρα, (κατά τη διάρκεια της οποίας ο Λειτουργός «παίρνει καιρό», με διαφορετικό τυπικό και ενδύεται πλήρη στολή) και μετά την απόλυση (της Θ' Ώρας), συνεχίζει με το «Ευλογημένη ή Βασιλεία...» οπότε αρχίζει ο Εσπερινός με την Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
ε. Το απόγευμα των τεσσάρων πρώτων ήμερων (Δεύτερα έως Πέμπτη), στη θέση του Εσπερινού τελείται το Μέγα Απόδειπνο.
στ. Εάν το απόγευμα της Τετάρτης τελεσθεί ή Προηγιασμένη, το Μέγα Απόδειπνο τελείται συνήθως μετά τη Θ. Λειτουργία (των Προηγιασμένων Δώρων).
ζ. Το εσπέρας της Παρασκευής των πέντε πρώτων εβδομάδων, τελείται στους Ναούς ακόμη μία νέα Ακολουθία: ή προσφιλής στο λαό μας ακολουθία, των Χαιρετισμών της Παναγίας ( « Άγγελος πρωτοστάτης...» - «Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε») στο μέσο του Μικρού Αποδείπνου, κάθε φορά με μία «Στάση», και την πέμπτη εβδομάδα όλες οι Στάσεις μαζί - ολόκληρος ο Ακάθιστος Ύμνος.
Το πλήθος αυτό των Ακολουθιών εναρμονίζεται με το Ορθόδοξο λατρευτικό πνεύμα πού θέλει τον πιστό έπτάκις της ημέρας να αινεί τον Θεό (Ψαλμ. ριη', 164), αλλά έρχεται στην καθημερινή πράξη και ζωή σ' αντίθεση με το σύγχρονο πνεύμα του κόσμου, σύμφωνα με το όποιο ο άνθρωπος όχι μόνο δεν έχει ελεύθερο χρόνο, άλλ' ούτε και την ανάλογη διάθεση... Υπάρχει δυστυχώς μεγάλη έκκοσμίκευση και σύγχυση στο μυαλό του.
Ή Εκκλησία πάντως την περίοδο αυτή, γνωρίζοντας την κατάσταση του άνθρωπου, τον βοηθά να βρει το δρόμο του προσφέροντας του τη λύση της συχνότερης συμμετοχής του στη λατρευτική ζωή. Όποτε ευκαιρεί και μπορεί να εξοικονομεί κάποιο χρόνο, να τον διαθέτει στον Θεό και να παρακολουθεί κάποια από τις πολλές Ακολουθίες. Έτσι και ο χρόνος θ' αξιοποιείται καλύτερα και οι ευλογίες του Θεού θ' αυξάνουν στους πιστούς πού θα κάνουν τέτοιες θυσίες...
Κάθε απόγευμα των ήμερων Δευτέρας, Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης, ολόκληρης της Τεσσαρακοστής μέχρι Μεγ. Τρίτη, τελείται στους Ί. Ναούς (ή στο σπίτι μας, εάν δε μεταβούμε στο Ναό), ή Ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου.
Τις άλλες ήμερες της εβδομάδας τελείται το Μικρό Απόδειπνο (και ολόκληρο το χρόνο, πλην της Διακαινήσιμης εβδομάδας): Την Παρασκευή, τελείται μαζί με τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, ενώ Σάββατο και Κυριακή το διαβάζουμε σπίτι μόνοι μας.
Λέγεται Απόδειπνο, διότι είναι ακολουθία πού γίνεται (κανονικά) μετά το δείπνο, δηλ. είναι ή βραδινή προσευχή του Χριστιανού και Μέγα, λόγω της εκτάσεως του και για να διακρίνεται από το Μικρό Απόδειπνο.
Περιέχει (1) Ψαλμούς πού διαβάζονται, (2) ωραιότατα και ποικίλα μικρά τροπάρια πού ψάλλονται και (3) ευχές πού αναγινώσκει ο Ιερέας. Είναι μία ωραιότατη Ακολουθία πού περιέχει και το γνωστότατο τροπάριο: «Κύριε των Δυνάμεων μεθ' ημών γενού άλλον γαρ εκτός σου βοηθόν εν θλίψεσιν ουκ έχομεν, Κύριε των Δυνάμεων, έλέησον ημάς».
Προ του τέλους άναγινώσκεται ή ευχή του Αγίου Έφραίμ «Κύριε καί Δέσποτα της ζωής μου...» .
Την καθαρά Τετάρτη και συνήθως κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μόνο στη Μεγ. Τεσσαρακοστή, τελείται στους Ιερούς Ναούς ή Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων για τον έξης λόγο:
Ή Εκκλησία μας έχει σε χρήση τρεις Θείες Λειτουργίες κατά τις όποιες γίνεται θυσία. Τη Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Ή τρίτη γίνεται μία φορά το χρόνο, την ήμερα της εορτής του Αγίου, την 23η Όκτωβρίου. Του Αγ. Βασιλείου γίνεται δέκα φορές: Την ήμερα της εορτής του (1η Ιανουαρίου), τις παραμονές Χριστουγέννων, Φώτων και Πάσχα, τις πέντε πρώτες Κυριακές της Μεγ. Τεσσαρακοστής και τη Μεγ. Πέμπτη. Τις άλλες ήμερες του έτους τελείται ή Θ. Λειτουργία του Αγ. Ιωάννου.
Όλες όμως αυτές οι Λειτουργίες έχουν πανηγυρικό και χαρμόσυνο χαρακτήρα. Επειδή ή Μεγ. Τεσσαρακοστή είναι πένθιμη περίοδος, ή Εκκλησία μας όρισε οι Λειτουργίες αυτές να τελούνται μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Σαρακοστής. Τις άλλες ήμερες της εβδομάδας δε γίνεται Θ. Λειτουργία.
Οι Χριστιανοί όμως τους πρώτους αιώνες είχαν τη συνήθεια να μεταλαμβάνουν τέσσερις και πέντε φορές την εβδομάδα, διότι εγνώριζαν ότι δεν ήταν δυνατόν να ζουν «εν Χριστώ» άνευ των Άχραντων Μυστηρίων, άνευ του Χρίστου, πού ο Ίδιος είπε ότι είναι «βρώσις και πόσις». «Ό τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Ίω. στ', 54). Τότε, βέβαια, τα δισκοπότηρα μπορεί να ήταν «ξύλινα», αλλά οι Χριστιανοί ήταν «χρυσοί», με αγία ζωή. Σήμερα, παρότι, πολλές φορές, συμβαίνει το αντίθετο, οι Χριστιανοί μπορούν και πρέπει να κοινωνούν τακτικότερα, πάντοτε με άδεια του Πνευματικού τους, προσέχοντας πολύ τη ζωή τους.
Για να λυθεί λοιπόν το πρόβλημα της συχνής Θ. Κοινωνίας, ή Εκκλησία καθόρισε να τελείται μόνο τη Μεγ. Τεσσαρακοστή ή κατανυκτική Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων. Σ' αυτή δε γίνεται πλήρης Θ. Λειτουργία, διότι ο Άρτος πού θα χρησιμοποιηθεί καθαγιάζεται την προηγούμενη Κυριακή, εμποτίζεται στο Άγιο Αίμα του Κυρίου μας, φυλάσσεται στο Άγιο Αρτοφόριο της Αγίας Τραπέζης και προσφέρεται για Κοινωνία την ημέρα πού τελείται ή Προηγιασμένη Θ. Λειτουργία.
Ή Λειτουργία αύτη είναι, κανονικά, εσπερινή, γι' αυτό είναι συνυφασμένη με Εσπερινό και οι Χριστιανοί, μέχρις ότου κοινωνήσουν, μένουν άσιτοι, δηλ. νηστικοί (ούτε νερό, ούτε τσιγάρο), από τα μεσάνυκτα μέχρι την ώρα της Θ. Κοινωνίας. Όσοι δεν μπορούν να κρατήσουν, πηγαίνουν στους Ναούς, πού τελούν την Προηγιασμένη Λειτουργία πρωί, προς διευκόλυνση των πιστών, ή κοινωνούν Σάββατο ή Κυριακή.
Χαρακτηριστικά της Προηγιασμένης Λειτουργίας
α. Προηγείται της Προηγιασμένης, ή ακολουθία της Θ' Ώρας.
β. Με το «Ευλογημένη ή Βασιλεία του Πατρός...» αρχίζει ή Θεία Λειτουργία, στην αρχή της οποίας επισυνάπτεται ό Εσπερινός της επόμενης ημέρας.
γ. Όταν αναγιγνώσκονται τα «Προς Κύριον...» (Ψαλτήρι σε τρεις Στάσεις), συνήθως στο τέλος ακούγονται από το Ιερό ήχοι θυμιατού, (ή Ωραία Πύλη είναι κλειστή). Αυτή τη στιγμή ο Ιερέας μεταφέρει το Σώμα και Αίμα του Κυρίου από την Άγία Τράπεζα, όπου φυλάχθηκε από την Κυριακή, στην Ιερά Πρόθεση και γι' αυτό οι πιστοί πρέπει να σηκώνονται και να παρακολουθούν νοερά και λογικά τα τελούμενα.
δ. Στη Μεγάλη Είσοδο (πού γίνεται από το συντομότερο δρόμο), επειδή ο Ιερέας μεταφέρει το προηγιασμένο Σώμα και Αίμα του Χριστού μας - τον ίδιο τον Χριστό - οι Χριστιανοί γονατίζουν λατρευτικώς (πέφτουν μπρούμυτα), επαναλαμβάνοντας μυστικώς το: «Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών...».
ε. Στο τέλος, αναγιγνώσκονται οι δύο Ψαλμοί: «Ευλογήσω τον Κύριον...» (ό 33ος) και «Υψώσω σε ο Θεός μου...» (ο 144ος), κατά τη διάρκεια των οποίων ο Ιερέας μοιράζει το αντίδωρο και μετά τελειώνει ή Λειτουργία, με το «Δι' ευχών...».
στ. Το αντίδωρο αυτό είναι το πρόσφορο από το οποίο ο Ιερεύς την Κυριακή έβγαλε τον Αμνό. Πολλοί αυτό το λένε «Παναγία» (επειδή από τα σπλάγχνα της βγήκε ο Χριστός). Γι' αυτό το αντίδωρο στις Προηγιασμένες είναι συνήθως μικρό τεμάχιο, (εκτός εάν ευλογηθούν από την Κυριακή περισσότερα πρόσφορα).
ζ. Στις Προηγιασμένες Θειες Λειτουργίες δε μνημονεύονται ονόματα ζώντων και τεθνεώτων, ούτε στην Ιερά Πρόθεση, ούτε στη Θεία Λειτουργία.
η. Στη Λειτουργία αυτή επίσης δεν τελούνται μνημόσυνα. Μπορούν να γίνουν μετά το «Δι' ευχών...» Τρισάγια.
Μ' αυτό τον ωραίο και σοφό τρόπο και διατηρώντας τον κατανυκτικό χαρακτήρα της περιόδου, έλυσε ή Εκκλησία μας το πρόβλημα της συχνής Θείας Κοινωνίας και ήδη οι πιστοί εκτιμώντας και «εκμεταλλευόμενοι» αυτή την πνευματική ευκαιρία, κατακλύζουν τους Ναούς, Τετάρτη και Παρασκευή, μεταλαμβάνοντας των Προηγιασμένων αυτών Θείων Δώρων.
Ή μνήμη των Αγίων και ή Θ. Λειτουργία πού πάντοτε συνοδεύει την εορτή τους, έχει εορταστικό, πανηγυρικό και καταλυτικό της νηστείας χαρακτήρα. Αυτό δε συμφωνεί με το πνεύμα της Μεγ. Τεσσαρακοστής, κατά τη διάρκεια της οποίας, λόγω νηστείας, ασκήσεως και κατανύξεως, δεν τελούνται οι καθιερωμένες Θείες Λειτουργίες (από Δευτέρας μέχρι Παρασκευής).
Γι' αυτό το λόγο παρουσιάζονται οι εξής περιπτώσεις εορτασμού Αγίων:
α. Διαπρεπείς Άγιοι πού κοιμήθηκαν σ' αυτή την περίοδο, δεν εορτάζονται στη μνήμη τους και ο εορτασμός τους μετατέθηκε μέσα στην Τεσσαρακοστή, σε ήμερα Κυριακής, κατά την οποία τελείται Θ. Λειτουργία του Άγιου Βασιλείου όπως των Αγίων Ιωάννου της Κλίμακας ( 30 Μαρτίου) και Μαρίας της Αιγύπτιας ( 1 Απριλίου), πού εορτάζονται στην Δ' και Ε' Κυριακή των Νηστειών (αντίστοιχα).
β. Άλλων διαπρεπών Αγίων ή μνήμη τους μετατέθηκε εκτός Τεσσαρακοστής, όπως είναι ή εορτή του Αγίου Γεωργίου ( 23 Απριλίου) και του Αγίου Συμεών του νέου θεολόγου ( 12 Μαρτίου) πού εορτάζονται τη 2η ήμερα του Πάσχα και τη 12η Όκτωβρίου αντίστοιχα, της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδας ( 26 Φεβρουαρίου), πού εορτάζεται την Ε' Κυριακή από του Πάσχα, ή Μεταμόρφωση του Σωτήρος (συμπίπτει με την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών, 40 ήμερες προ του Πάσχα), πού εορτάζεται την 6η Αυγούστου κ.λπ.
γ. Ή εορτή του Ευαγγελισμού δε μετατίθεται, αλλά πανηγυρίζεται με Θ. Λειτουργία του Αγίου Χρυσοστόμου, όποια ήμερα κι' αν συμπέσει. Και αυτό γιατί ή σύλληψη του Κυρίου, πού έγινε στις 25 Μαρτίου, πρέπει να εορτάζεται εννέα μήνες ακριβώς από την ήμερα της Γεννήσεως Του (25 Δεκεμβρίου).
δ. Οι εορτές του Αγίου Χαραλάμπους ( 10 Φεβρουαρίου), των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, των Στρατιωτών ( 9 Μαρτίου) και ή α' και β' εύρεση της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (24 Φεβρουαρίου), δεν μετατίθενται επίσης. Εάν συμπέσουν με οποιαδήποτε καθημερινή ήμερα (νηστείας), τελείται ή Λειτουργία των Προηγιασμένων, εάν συμπέσουν με Σάββατο, πανηγυρίζονται κανονικά και ψάλλεται πλήρης ή ακολουθία τους από το Μηναίο, ενώ εάν συμπέσουν με Κυριακή ή ακολουθία τους συμψάλλεται (μερικώς) μετά των Αναστάσιμων και των του Τριωδίου.
Γενικά, σε κάθε εορτή Αγίου πού θέλουμε να τον εορτάσουμε σε ημέρα καθημερινή, μέσα στη Μεγ. Τεσσαρακοστή:
α. Στον Όρθρο διαβάζουμε Ευαγγέλιο του Αγίου.
β. Ψάλλουμε μεγάλη Δοξολογία.
γ. Στην Προηγιασμένη ψάλλουμε κεκραγάρια του Αγίου συν τα του Τριωδίου.
δ. Το Δοξαστικό είναι του Αγίου.
ε. Ή είσοδος γίνεται με Ευαγγέλιο.
στ. Μετά το «Κατευθυνθήτω...» διαβάζουμε Απόστολο και Ευαγγέλιο του Αγίου και στο τέλος
ζ. Ψάλλουμε το κοινωνικό του Αγίου.
Στις Τετάρτες και Παρασκευές της Μεγ. Τεσσαρακοστής πού τελείται Προηγιασμένη, από την ακολουθία του «μη έορταζόμενου» Αγίου πού συμπίπτει μ' αυτή την ήμερα, ψάλλουμε ορισμένα τροπάρια του Αγίου, ακολουθείται όμως κυρίως ή σειρά πού καθορίζεται στο Τριώδιο, χωρίς ανάγνωση Ευαγγελίου.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ «ΚΑΘΑΡΑΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ»
Την ήμερα αύτη ή Εκκλησία μας θυμάται και εορτάζει το δια των κολλύβων θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, όταν ό αυτοκράτωρ Ιουλιανός ό Παραβάτης σκέφθηκε να μολύνει τους Χριστιανούς την «Καθαρά Εβδομάδα» προσφέροντας τους στην αγορά της Κων/πόλεως μόνο μη νηστήσιμα φαγητά και επί πλέον είδωλόθυτα48.
Τις προθέσεις αυτές του Ιουλιανού τις απεκάλυψε ό Άγιος Θεόδωρος στον Πατριάρχη Εύδόξιο, παρουσιασθείς στον ύπνο του. Και αυτός, προς αντιμετώπιση του προβλήματος, διέταξε εγκαίρως να κάνουν κόλλυβα με πολύ σιτάρι, ώστε μ' αυτά να τραφούν οι Χριστιανοί.
Από παρεξήγηση αυτής της εορτής, πολλοί Χριστιανοί θεωρούν το Σάββατο αυτό σαν Ψυχοσάββατο και πηγαίνουν στους Ναούς κόλλυβα για τους κεκοιμημένους τους. Ή συνήθεια αυτή ωφελεί τους κοιμηθέντας, αλλά εμείς εξηγήσαμε ότι δύο είναι τα Ψυχοσάββατα (παραμονή Απόκρεω και Πεντηκοστής). Επομένως μπορούμε να θυμόμαστε το θαύμα κάνοντας κόλλυβα προς δόξα του Θεού και του Μαρτυρά Του (κόλλυβα Άγιου) και με την ευκαιρία αυτή, να κάνουμε κόλλυβα και υπέρ των κεκοιμημένων μας.
Ή πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής λέγεται και Κυριακή της Όρθοδοξίας, επειδή αυτή την ήμερα εορτάζουμε την αναστήλωση των Αγίων Εικόνων και το θρίαμβο της Ορθοδόξου Πίστεως μας κατά της αιρέσεως των Είκονομάχων αυτών δηλ. πού δε δέχονταν να τιμούν τις Άγιες Εικόνες και ονόμαζαν την τιμή αυτή ειδωλολατρία.
Περισσότερα από 100 χρόνια κράτησε ο «πόλεμος» αυτός, τον οποίο σταμάτησε ή αυτοκράτειρα Θεοδώρα και ο γιος της Μιχαήλ, αναστηλώνοντας τις εικόνες εντός των Ναών.
Την ανάμνηση αυτής της αναστηλώσεως, με λιτανείες των Εικόνων, εορτάζουμε την ήμερα αυτή, διότι εμείς οι Όρθόδοξοι τιμούμε και δοξάζουμε τους Αγίους, τους Αγγέλους και περισσότερο πάντων την Παναγία μας, αλλά ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ προσφέρουμε ΛΑΤΡΕΙΑ: Τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα.
Άλλο λατρεία και άλλο τιμή και σεβασμός, ο οποίος δεν απευθύνεται στην εικόνα, αλλά «διαβαίνει επί το Πρωτότυπον».
 
48. Εϊδωλόθυτο λεγόταν το κρέας πού απέμενε από τα θυσιαζόμενα ατούς θεούς ζώα και το οποίο οι ειδωλολάτρες διέθεταν στην αγορά προς πώληση - βρώση. Τα είδωλόθυτα αποτελούν το κύριο θέμα των κεφαλαίων η', θ' και ι' τής Α' προς Κορινθίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις