Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ ότι συ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ. αλλ' ως ο Ληστής ομολογώ σοι. Μνήσθητι μου Κύριε, εν τη βασιλεία σου.

Η Αποστολική διαδοχή των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ντοκουμέντα)

Η Αποστολική διαδοχή των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ντοκουμέντα)
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΑΣΤΙΑΝΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ( ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ )

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

17 Νοεμβρίου Συναξαριστής Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, Λαζάρου Ζωγράφου, Ζαχαρία και Ιωάννη, Λογγίνου, Γενναδίου και Μαξίμου, Γενναδίου Βατοπαιδινού, Ιουστίνου Οσίου, Σακ Πέρση, Ιωάννη Δερμοκαΐτη, Νίκωνος Θαυματουργού, Hilda.


Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θαυματουργός ὁ Νεοκαισαρείας 

Γεννήθηκε περίπου τὸ 210 μὲ 215 μ.Χ. Οἱ γονεῖς του ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ εἶχαν μεγάλη κοινωνικὴ θέση στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου. Μετὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσή του, ὁ Γρηγόριος μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἀθηνόδωρο πῆγαν στὴ Βηρυτὸ γιὰ νὰ σπουδάσουν νομικά.
Ὁ Θεὸς ὅμως εἶχε ἄλλα σχέδια γιὰ τὸ Γρηγόριο. Ὅταν περνοῦσε ἀπὸ τὴν Καισαρεία, ἄκουσε τὸ δεινὸ ἑρμηνευτή τῶν Γραφῶν, Ὠριγένη. Ὁ Γρηγόριος τόσο πολὺ ἐνθουσιάστηκε μαζί του, ὥστε ἄφησε τὰ νομικὰ καὶ διετέλεσε ἐπὶ χρόνια μαθητής του.
Κατόπιν πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὴ Νεοκαισάρεια μὲ πλήρη θεολογικὴ μόρφωση καὶ ἅγιο ζῆλο. Τότε ὁ Μητροπολίτης Ἀμασείας Φαίδημος διέκρινε τὰ χαρίσματά του καὶ τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Νεοκαισαρείας.
Ἡ ἐπισκοπὴ αὐτὴ εἶχε μόνο 17 χριστιανούς! Ὁ Γρηγόριος, ὅμως, δὲν τὸ θεώρησε ὑποτιμητικό. Βασιζόταν πολὺ στὴν δύναμη τῆς θείας χάριτος καὶ πάντα εἶχε στὸ μυαλό του τὰ ἐνθαρρυντικὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου: «Νὰ ἐνδυναμώνεσαι μὲ τὴν χάρη ποὺ μᾶς δίνεται ἀπὸ τὴν σχέση καὶ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό».
Πράγματι, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ Γρηγόριος ἔκανε καταπληκτικὸ ἀγώνα καὶ ἐκχριστιάνισε σχεδὸν ὅλη τὴν πόλη. Καὶ ἐνῶ εἶχε παραλάβει 17 χριστιανούς, ὅταν πέθανε εἰρηνικὰ στὰ τέλη τοῦ 270 μ.Χ. εἶχαν ἀπομείνει στὴν ἐπισκοπική του περιφέρεια μόνο 17 εἰδωλολάτρες!
Ὑπῆρξε δὲ τόσο ἐγκρατὴς στὴ γλώσσα του, ὥστε δὲν βγῆκε ἀπ’ αὐτὴν κανένας κακός, περιττὸς ἢ ἀργὸς λόγος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸν κόσμησε καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν προσευχαῖς γρηγορῶν, ταῖς τῶν θαυμάτων ἐργασίαις ἐγκαρτερῶν, ἐπωνυμίαν ἐκτήσω τὰ κατορθώματα. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, φωτίσαι τὰς ψυχὰς ἡμῶν, μήποτε ὑπνώσωμεν ἐν ἁμαρτίαις εἰς θάνατον.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Θαυμάτων πολλῶν, δεξάμενος ἐνέργειαν, σημείοις φρικτοῖς, τοὺς δαίμονας ἐπτόησας, καὶ τὰς νόσους ἤλασας, τῶν ἀνθρώπων πάνσοφε Γρηγόριε· διὸ καλῇ θαυματουργός, τὴν κλῆσιν ἐξ ἔργων κομισάμενος.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς εὐσεβείας ὑποφήτην καὶ διδάσκαλον
Καὶ τῶν θαυμάτων ποταμόν σε ἀνεξάντλητον
Μακαρίζομεν οἱ δοῦλοί σου Ἱεράρχα.
Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον
Ἐκ παντοίων ἀπολύτρωσαι κακώσεων
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

Μεγαλυνάριον.
Τῇ φιλοσοφίᾳ πρὸς ἀληθῆ, γνῶσιν κεχρημένος, οἷα κλίμακι νοητῇ, πρὸς θεολογίας, ἀνέδραμες τὸ ὕψος, Γρηγόριε θαυμάτων, καινῶν διάκονε.





Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ὁ Ζωγράφος

Ὁ Ὅσιος Λάζαρος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία, ἀσπάστηκε τὸν μοναχικὸ βίο. Ἔμαθε τὴν ζωγραφικὴ τέχνη καὶ τὴν ἄσκησε σὰν ἐπάγγελμα. Φρόντισε ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία νὰ σκληραγωγήσει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μάθει τὴν ἐγκράτεια. Ἦταν ἐλεήμων μὲ τοὺς ἄπορους καὶ ὅσους εἶχαν τὴν ἀνάγκη τῆς βοήθειάς του.
Ἔτσι λοιπόν, διακρινόμενος γιὰ τὴν βαθιά του πίστη καὶ τὸν πλοῦτο τῶν ἀρετῶν του, τιμήθηκε μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης. Ὅταν ὁ Ἅγιος χειροτονήθηκε ἱερέας, ἄρχισε σκληροὺς ἀγῶνες ἐνάντια σὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις. Ὑπέστη πολλὲς διώξεις καὶ θλίψεις ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τῶν αἱρέσεων Εὐτυχοῦς, Νεστορίου καὶ Διοσκόρου, καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄθεους εἰκονομάχους.
Ὁ Ὅσιος ἦταν τόσο ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς πίστεως ποὺ στάλθηκε στὴν Ρώμη γιὰ νὰ ἀγωνιστεῖ γιὰ τὰ ἀποστολικὰ καὶ πατρικὰ δόγματα. Ἐπέστρεψε μὲ μεγάλες ἐπιτυχίες ἀπὸ τὴ Ρώμη, στὴν Κωνσταντινούπολη.
Πηγαίνοντας πάλι στὴ Ρώμη γιὰ τοὺς ἀγῶνες του, ἀρρώστησε στὸ μέσο της πορείας του. Ἔτσι ἀπεβίωσε ἐν εἰρήνῃ. Τὸ τίμιο σῶμά του ἀνακομίστηκε καὶ ἐνταφιάστηκε στὴν Ι. Μ. τοῦ Εὐάνδρου.





Οἱ Ὅσιοι Ζαχαρίας καὶ Ἰωάννης 

Οἱ δύο αὐτοὶ Ὅσιοι ἀναφέρονται σὲ κάποια διήγηση, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰωάννης εἶδε τὸν Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ἦταν σκυτοτόμος* νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας συνοδευμένο ἀπὸ θεῖο φῶς. Τὸν ἀκολούθησε στὸ σπίτι του καὶ ἔμαθε ὅτι, ἂν καὶ ἦταν παντρεμένος, ζοῦσε μὲ παρθενία καὶ σωφροσύνη, καὶ ὅσα κέρδιζε ἀπὸ τὴν τέχνη του, τὰ μισὰ τὰ ἔδινε στοὺς φτωχοὺς καὶ ὅτι ἔζησε ζωὴ θεοφιλὴ (7ος αἰ. μ.Χ.).
Γιὰ τὸν Ἰωάννη λέγεται, ὅτι ἦταν πλούσιος καὶ ἀξιωματοῦχος. Περιφρόνησε ὅμως τὰ ἐγκόσμια καὶ ζοῦσε ζωὴ ἁπλὴ καὶ ἀσκητική, συχνάζοντας κάθε μέρα στοὺς ναούς, ὅπου ἔτυχε νὰ συναντήσει καὶ τὸν πιὸ πάνω σκυτοτόμο Ζαχαρία.
*Σκυτοτόμος: σανδαλοποιός, ράπτης δερμάτων, κάτι παρόμοιο καὶ μεταξὺ σημερινοῦ τσαγκάρη καὶ τεχνίτη κατεργασίας καὶ μεταποίησης δερματίνων εἰδῶν.





Ὁ Ὅσιος Λογγῖνος 

Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγιους καὶ σοφοὺς τῆς ἐρήμου ἀσκητές. Κάποια σοφὰ ἀποφθέγματά του, περιλαμβάνονται στὸν Εὐεργετινό, ὅπου ὁ Λογγῖνος ρωτᾶ τὸν Ἀββᾶ Λούκια γιὰ διάφορα ζητήματα.
Ὁ Ὅσιος Λογγῖνος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.





Οἱ Ἅγιοι Γεννάδιος καὶ Μάξιμος Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως 

«Πολλοὶ τὸν πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δὲ δόξαν οὐδείς» λένε κι ἐπαναλαμβάνουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι, σὰν θέλουν νὰ τονίσουν τὴν τεράστια δύναμη ποὺ τὰ κοσμικὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ἀγάπη τῆς δόξας ἔχουν πάνω στὴν ἀνθρώπινη καρδιά.
Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Γεννάδιος, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν ψυχή του, ξεπέρασε τὸ μεγάλο καὶ ἀχόρταστο τοῦτο πάθος καὶ νίκησε. Μιὰ γρήγορη ματιὰ στοὺς πιὸ σημαντικοὺς σταθμοὺς τῆς ζωῆς του θὰ μᾶς τὸ ἀποδείξει. Ἀλλὰ καὶ μία προσεκτικὴ μελέτη τούτων θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἐκτιμήσουμε περισσότερο τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο του.
Ποιὰ ἦταν ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ Ἁγίου δὲν γνωρίζουμε οὔτε καὶ ποιὰ ἡ καταγωγή του. Ἐκεῖνο, ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, πὼς αὐτὸς ἤκμασε στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος Α’ τοῦ γνωστοῦ καὶ μὲ τὸ ἐπώνυμο τοῦ Μακέλλη (457 – 474 μ.Χ.).
Ἐπίσης ὅτι ἦταν σύγχρονος τῶν μεγάλων ἀσκητῶν Δανιὴλ τοῦ Στυλίτη, ποὺ ἔζησε τριάντα τρία χρόνια πάνω σ’ ἕναν στυλό, καὶ τοῦ Ἀνδρέα τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ. Ὁ σεμνὸς ἐγκωμιαστής του, ὁ γλυκύτατος τῆς Κύπρου Ἅγιος, ὁ μακάριος Νεόφυτος ἀναφέρει πὼς ὁ «γενναῖος Γεννάδιος ἣν πρεσβύτερος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας».
Καὶ ἀκόμη πὼς στὴν ἕδρα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν ξακουστὴ Πόλη ὅπου ζοῦσε ἀπὸ νωρὶς διακρίθηκε γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴ σεμνότητα τοῦ βίου του, μὰ καὶ τὴ μεγάλη του ἐξυπνάδα καὶ ἀρετή.
Τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων πατέρων καὶ ὁσίων της Ἐκκλησίας μας ποὺ παρακολουθοῦσε καὶ μὲ προσοχὴ μελετοῦσε, πολὺ τὸν συγκινοῦσε καὶ μὲ πόθο βαθὺ ἀγωνιζόταν νὰ τὸ μιμηθεῖ. Ἡ ψυχή του φλεγόταν ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἐπιθυμία νὰ ἀφιερωθεῖ καὶ αὐτὸς στὸν Θεὸ καὶ νὰ βαδίσει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἠθικὴ τελειότητα.
Τὸ εὐαγγελικὸ «ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. ε’ 48), δηλαδὴ ἀγωνισθεῖτε νὰ γίνετε τέλειοι, ὅπως τέλειος εἶναι κι ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος, κυκλοφοροῦσε διαρκῶς καὶ ἔντονα στὴν σκέψη του.
Καὶ τὸν συγκινοῦσε. Καὶ τὸν γοήτευε. Καὶ τὸν παρορμοῦσε νὰ εἶναι προσεκτικὸς καὶ ν’ ἀγωνίζεται σκληρά, γιὰ νὰ προχωρεῖ κάθε μέρα καὶ πιὸ πετυχημένα στὴν καλλιέργεια τοῦ χαρακτήρα του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν κόπων καὶ τῶν προσπαθειῶν του παρουσιαζόταν κάθε τόσο καὶ πιὸ πλούσιο σ’ εὐλογίες. Ἡ προκοπή του στὴν ἄσκηση μεγάλωνε σταθερὰ καὶ ἡ ἀρετή του σὰν πολύεδρο διαμάντι σκορποῦσε γύρω καὶ παντοῦ τὴν λάμψη καὶ τὴν μαρτυρία μίας λαμπρῆς καὶ ζηλευτῆς πολιτείας. Μίας πολιτείας τόσο ὑπέροχης, ὥστε ὁ χρονογράφος Εὐφραίμιος νὰ τὸν χαρακτηρίζει «τύπον εὐσέβειας καὶ παντὸς κάλου».
Αὐτὴ ἡ λάμψη τῆς ἀρετῆς του ποὺ ἀκτινοβολοῦσε τὸν ὑπέροχο χαρακτήρα του καὶ τὴν ἐξαίρετη ἀνθρωπιά του, ἔγινε αἰτία, (ὥστε Βασιλιὰς καὶ Σύγκλητος καὶ κλῆρος καὶ λαὸς σ’ αὐτὸν νὰ στραφοῦν μόλις πέθανε ὁ τότε Πατριάρχης Ἀνατολίας, καὶ αὐτὸν νὰ ὑποδείξουν καὶ νὰ καλέσουν ὡς τὸν μόνο κατάλληλο, γιὰ ν’ ἀναλάβει στὰ στιβαρὰ χέρια του τὸ πηδάλιο τῆς χειμαζόμενης Ἐκκλησίας. Καὶ δικαιώθηκαν.
Στὴν ἅγια μορφὴ τοῦ ἱεροῦ Γενναδίου ὁ πιστὸς λαὸς τῆς Βασιλεύουσας βρῆκε τὸν ἄξιο καὶ στοργικὸ ποιμένα του. Γιὰ δέκα τρία χρόνια καὶ δυὸ μῆνες (458 – 471) ὁ συνετὸς καὶ φλογερὸς Ἱεράρχης ἀνέλαβε καὶ διεξήγαγε ἕνα σταθερὸ καὶ ἀσταμάτητο ἀγώνα γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο τοῦ ποιμνίου του, τὴν φύλαξή του ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὴν προσήλωσή του στὴν ὀρθὴ πίστη τῶν Πατέρων. Στὸ πρόσωπό του εἶδαν καὶ βρῆκαν ὅλοι τὸν ἀκούραστο καὶ ἄγρυπνο πατέρα, ποὺ ἤξερε νὰ ἀναλίσκεται σὰν λαμπάδα γιὰ νὰ φωτίζει μὲ τὸ παράδειγμά του, νὰ θερμαίνει μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ νὰ γλυκαίνει μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς περιποιήσεις του τὸν πόνο τοῦ λαοῦ του.
Τὸ χριστιανικὸ καὶ βιβλικὸ κήρυγμά του ἀπευθυνόταν πρὸς ὅλους. Καὶ ἦταν ἄλλοτε εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο κι ἄλλοτε ἐλεγκτικό: Εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο πρὸς τὸν πιστὸ καὶ ἀφοσιωμένο λαό, ποὺ μὲ δίψα ἔτρεχε ν’ ἀκούσει καὶ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὰ λόγια οἰκοδομῆς καὶ παρηγοριᾶς, ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ φιλόστοργος πατέρας. Ἐλεγκτικὸ καὶ αὐστηρὸ σ’ ἐκείνους ποὺ παρανομοῦσαν, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦταν αὐτοί, καὶ ζητοῦσαν νὰ κατασκανδαλίσουν τὸν ἀθῶο καὶ πονεμένο λαό.
Ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντίδα του γιὰ τὸ ποίμνιό του τὸν συνεῖχε μέρα καὶ νύχτα. Ἡ διακήρυξη τοῦ θείου Παύλου «τὶς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι» (Β’ Κοριν. ια’ 29), ἦταν καὶ δική του.
Πολλὲς φορὲς ὁ ὕπνος ἀρνιόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ καὶ νὰ κλείσει τὰ βλέφαρά του, σὰν θυμόταν πὼς μερικὰ ἀπὸ τὰ πνευματικὰ παιδιά του δὲν εἶχαν τὸ ἀνάλογο φόρεμα τῆς πίστεως καὶ τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδος καὶ ἀγάπης.
Ἢ σὰν ἄκουε πὼς κάποιος αἱρετικὸς εἶχε γλιστρήσει ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς του καὶ ἀπειλοῦσε νὰ τοὺς παρασύρει καὶ τοὺς ἀποκόψει ἀπὸ τὴν μάνδρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γνώριζε ὁ ἄγρυπνος καὶ πολύπειρος ἱεράρχης, πὼς ὁ χρόνος ποὺ πέρασε εἶχε σκορπίσει πολλὰ ξένα σώματα στὸ καθαρὸ καὶ ἄδολο χρυσάφι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ αἱρετικοὶ μὲ πεῖσμα καὶ φανατισμό, μὰ καὶ ἔντεχνα εἶχαν κατορθώσει ἀπὸ καιρὸ νὰ σπείρουν τὰ ζιζάνια τῆς πλάνης τους στὸν ἀγρὸ τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Ὅμως ὁ φρόνιμος καὶ φιλόπονος οἰκονόμος τῶν Μυστηρίων τοῦ θεοῦ, ποὺ εἶχε βαθιὰ ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του ἔναντι τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου του, ἀκούραστος πάντα καὶ μὲ ζῆλο ἀποστολικὸ δίδασκε κάθε μέρα καὶ νουθετοῦσε τὸν λαό του στὴν ὀρθὴ πίστη. Ὡς δόκιμος καὶ καλὸς γεωργὸς φρόντιζε νὰ περιποιεῖται καὶ νὰ κρατᾶ τὸ «γεώργιόν» του μακριὰ ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν κακῶν γεωργῶν, ποὺ σὰν λύκοι μὲ ἔνδυμα προβάτου ἐρχόντουσαν νὰ σκορπίσουν τὰ ζιζάνια τῶν αἱρέσεών τους στὸν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἀγρό.
Τέτοιοι κακοὶ γεωργοὶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὑπῆρξαν μαζὶ μὲ ἄλλους οἱ ὀπαδοὶ τῆς παλαιᾶς αἱρέσεως τοῦ μονοφυσιτισμοῦ καὶ οἱ σιμωνιακοί. Ἡ λέξη προῆλθε ἀπὸ κάποιο Σίμωνα μάγο. Αὐτός, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν αἱ Πράξεις (η’ 14 – 24), σὰν εἶδε ἐκεῖ στὴν Σαμάρεια ὅπου ζοῦσε τοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη νὰ μεταδίδουν μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν τους ἐπάνω στοὺς νεοβαπτισθέντας χριστιανοὺς τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πλησίασε καὶ πρόσφερε χρήματα πολλὰ στοὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ δώσουν καὶ σ’ αὐτὸν τοῦτο τὸ χάρισμα.
Στὴν πρότασή του, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπήντησε μὲ καυστικὴ δριμύτητα καὶ τὸν ἔδιωξε. Ἀπὸ τότε ὅσοι ζητοῦν μὲ χρήματα ν’ ἀγοράσουν τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καλοῦνται «σιμωνιακοί» καὶ ἡ πράξη τους «σιμωνία».
Οἱ πρῶτοι μὲ τρόπο ὕπουλο ἀγωνίζονταν νὰ νοθεύσουν τὸ ὀρθὸ δόγμα. Οἱ δεύτεροι, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ ἀχόρταγο πάθος τῆς φιλαργυρίας τους, πωλοῦσαν καὶ ἀγόραζαν τὸ ἀτίμητο ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης μὲ χρήματα.
Γιὰ τοὺς πρώτους, ὁ καλὸς ποιμένας ἀνέλαβε συνεχὲς κήρυγμά των, γιὰ νὰ διαφωτίσει τὸ ποίμνιό του γιὰ τὴν ὀρθὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν αἵρεση αὐτή. Γιὰ τοὺς δεύτερους κυκλοφόρησε τὴν γνωστὴ θεόσοφο Συνοδικὴ ἐγκύκλιο ἐπιστολή του μὲ τὴν ὁποία καταδικάζει τὴν πράξη καὶ ἀπαγορεύει στοὺς ἐπισκόπους νὰ χειροτονοῦν κατόπιν πληρωμὴς ἀναξίους ἐργάτες γιὰ τὸν ἀγρὸ τοῦ Κυρίου.
Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι στ’ ἀλήθεια ὑπέροχη, μὰ καὶ πολὺ αὐστηρή. Σ’ αὐτὴν μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρονται καὶ τοῦτα. «Ἡμεῖς ἐν τούτῃ τῇ νέᾳ Ρώμῃ καὶ βασιλίδι μετὰ τῆς ἐνδημούσης ἡμῖν ἁγίας συνόδου ὁρίζομεν..., ὥστε δίχα πάσης ἐπινοίας καὶ προφάσεως καὶ σοφίσματος τὴν ἀσεβῆ ταύτην νόσον καὶ βδελυρὰν (ἐννοεῖ τὴν σιμωνία), παντελῶς ἐκκοπῆναι τῶν ἁγιωτάτων ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκαπηλεύτου καὶ καθαρὸς τῆς τοῦ χειροτονοῦντος χειρὸς γινομένης, ἄνωθεν καὶ ἡ καθαρά του Ἁγίου Πνεύματος Χάρις ἐπιφοιτώσα ἐκπληροὶ τὸν χειροτονούμενον, καὶ μὴ συστέλλεσθαι μᾶλλον ὡς ἤδη διὰ χρημάτων τῆς χειρὸς μολυνθείσης δεῖ γὰρ τοὺς χειροτονοῦντας ὑπηρέτας εἶναι τοῦ Πνεύματος καὶ μὴ πράτας τοῦ Πνεύματος καὶ χάριν εἶναι τὴν χάριν καὶ μηδαμῶς μεσιτεύειν ἀργύριον. Διὸ ἔστω τοὶ νῦν καὶ ἔστω ἀποκήρυκτος (ἀφορισμένος) καὶ πάσης ἱερατικῆς ἀξίας ἀλλότριος καὶ τὴν κατάρα τοῦ ἀναθέματος ὑποκείμενος ὁ τεκτώμενος καὶ ὁ διδοὺς αὐτὴν (τὴν ἱερατικὴ ἐξουσία) διὰ χρημάτων»... Λόγια φοβερά. Ἀλλὰ καὶ λόγια ἀξιοπρόσεκτα. Ὑπηρέτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ ἐπίσκοποι ποὺ τελοῦν τὶς χειροτονίες. Ὑπηρέτες καὶ ὄχι ἔμποροι...
Μεγάλη ὑπόθεση τὸ μυστήριό της ἱεροσύνης. Πολὺ μεγάλη. Ὅπως λέγει καὶ κάποιος σύγχρονος θεολόγος, ξεχωριστὸς δάσκαλος τοῦ θείου λόγου καὶ δόκιμος χειριστὴς τοῦ καλάμου. «Ἡ ἱεροσύνη δὲν εἶναι ἀξίωμα, ποὺ προμηθεύει ματαίαν δόξαν δὲν εἶναι θέσις ποὺ ἐξασφαλίζει προσόδους δὲν εἶναι ἐπάγγελμα βιοτικόν, ἀλλὰ κλῆσις τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖ τοὺς ἀγαπώντας Αὐτόν. Εἶναι παρακαταθήκη ἱερά, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεται εἰς ἐκείνους, ποὺ ἀναλαμβάνουν τὸ βαρὺ καὶ κοπιῶδες αὐτὸ ἔργον εἰς ἔνδειξιν τῆς πρὸς Αὐτὸν ἀγάπης».
Καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἄρχοντες, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, «εἶναι οἱ δοῦλοι οἱ διωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστόν, καὶ καθιερωμένοι, διὰ νὰ κυβερνοῦν τὴν Ἐκκλησία. Νὰ τὴν κυβερνοῦν ὄχι ὡς ἀπόλυτοι δεσπόται, ἀλλὰ ὡς οἰκονόμοι, ὡς ὑπερούσιοι καὶ ἐξηρτημένοι ἐκ τοῦ Χριστοῦ ὄχι ὡς κύριοι, ἀλλὰ ὡς ὁδηγοὶ ὄχι διὰ νὰ χαράξουν νέους δρόμους εἴτε εἰς τὴν διδασκαλίαν, εἴτε εἰς τὴν διαγωγὴν καὶ ζωὴν τῶν πιστῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς καθοδηγήσουν εἰς τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸν δρόμον ποὺ ἐχάραξεν ὁ Χριστός». Τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία.
Ἔτσι εἶδαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἱεροσύνη. Ἔτσι τὴν εἶδε καὶ ὁ εὐλαβὴς ἱεράρχης. Κλήση Χριστοῦ. Διακονία χάριν τοῦ λαοῦ. Διακονία μέχρι Θυσίας. Θυσίας ὄχι μόνον κόπων καὶ ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ θυσίας καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τους γιὰ τὸ καλὸ τῶν χριστιανῶν.
Γιὰ τὸν πνευματικὸ ἐφοδιασμὸ τῶν χριστιανῶν ὁ ἀφοσιωμένος στὸ καθῆκον ἱεράρχης ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξιόλογη συγγραφική του παραγωγὴ φρόντισε καὶ ἱδρύθηκε τοῦτο τὸν καιρὸ (463) στὴν Πόλη ἡ ξακουστὴ ἀργότερα Μονὴ τοῦ Στουδίου καὶ ὁ πάνσεπτος ναὸς τῆς Θεοτόκου, ὁ γνωστός μας μὲ τ’ ὄνομα Ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς.
Γιὰ τοῦτο τὸν ναὸ οἱ δύο πατρίκιοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος ἔφεραν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐναπέθεσαν σ’ αὐτὸν τὴν ἱερὴ ἐσθήτα τῆς Θεομήτορος. Ἔτσι ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὸν ζῆλο τοῦ στοργικοῦ ποιμένα του ἐξασφάλιζε δύο ἀκόμη πολύτιμα μέσα πνευματικῆς καλλιέργειας καὶ ψυχικῆς ἀνατάσεως καὶ οἰκοδομῆς.
Ἡ ὑποχρεωτικὴ ὅμως ἀπὸ τὴ γόνιμη ἀρχιερατεῖα του προβολή, ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασία του καὶ τὸν αὐστηρὸ τρόπο ἀσκήσεως μὲ τὸν ὁποῖο ἤθελε νὰ ζεῖ ὁ καλὸς ποιμήν, τὸν ὁδήγησαν στὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση νὰ ἀνταλλάξει κάποτε τὴν αἴγλη καὶ τὰ μεγαλεῖα τοῦ προκαθημένου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐπισκόπου τοῦ πρώτου θρόνου τῆς Οἰκουμένης μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ ἀθόρυβη ζωὴ τοῦ μονάχου.
 Ἔτσι, ἀφοῦ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ προαισθάνθηκε τὸ τέλος του, ἔσπευσε νὰ χειροτονήσει καὶ ν’ ἀφήσει γιὰ διάδοχό του στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν πρεσβύτερο Ἀκάκιο, ἄνθρωπο ἀναγνωρισμένης ἱκανότητος καὶ ἀρετῆς καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ.
Φόρεσε τὸν δερμάτινο σάκο τοῦ ἀσκητῆ, ἔβαλε κατάσαρκα στὸ κορμί του σίδερα καὶ ἀναχώρησε νύχτα ἀπ’ τὴν Πόλη. Μὲ συνοδὸ ἕναν εὐλαβὴ μοναχό, τὸν Νεῖλο, τράβηξε γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ ἀφοῦ εἶδε καὶ προσκύνησε τὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ καὶ τὸν Ζωοδόχο Τάφο προχώρησε γιὰ τὴν Κύπρο. Ἔφτασε στὴν Πάφο καὶ χωρὶς καμιὰ χρονοτριβὴ ἀφῆκε ἐκεῖ τὸν συνοδό του Νεῖλο καὶ αὐτὸς μόνος ξεκίνησε γιὰ τὸ ὄρος, ὅπου παλιὰ εἶχε στήσει τὴν ἀσκητική του παλαίστρα ὁ γίγας τῆς μοναστικῆς ζωῆς, Ἰλαρίων ὁ Μέγας.
Ἡ ἀπόσταση ἀπ’ τὴν πόλη ἦταν μεγάλη. Κουρασμένος ὁ σεβάσμιος γέροντας ἀπ’ τὰ χρόνια περπατοῦσε σιγά. Ἔτσι πρὶν νὰ φτάσει, ἄρχισε νὰ νυκτώνει καὶ νὰ πέφτει χιονόνερο. Γιὰ νὰ φυλαχθεῖ ἀπ’ τὴν θύελλα, τάχυνε τὸ βῆμά του πρὸς τὸ χωριὸ Κισσόπτερα, ποὺ εἶναι κοντὰ καὶ ζήτησε καταφύγιο σ’ ἕνα σπίτι στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μία χήρα μὲ τὰ δυὸ παιδιά της. Κτύπησε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ πολλὲς φορές. Φώναξε, παρακάλεσε, μὰ κανένας δὲν τοῦ ἄνοιξε. Ἀλήθεια! Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι δύσκολο νὰ τὸ συμπεράνουμε. Ἀπὸ τὸ δυνατὸ κρύο ὁ Ἅγιος πάγωσε καὶ τὴ νύχτα ἐκείνη παρέδωκε τὸ πνεῦμα. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ τὸν βρῆκαν οἱ χωριανοὶ νεκρό. Τὴν ἄπονη δὲ χήρα καὶ τὰ παιδιά της μισοπεθαμένους καὶ ξεπαγιασμένους.
Ἕνας ἀπὸ τὸ χωριὸ μετέφερε στὸν ἐπίσκοπο τῆς Πάφου τὸ μήνυμα. Καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ὑπερόριος ἔστειλε ἕναν ἱερέα καὶ ἕναν λαϊκὸ μαζί, γιὰ νὰ κανονίσουν τὰ τῆς ταφῆς τοῦ μοναχοῦ. Αὐτὴ τὴν ἐντύπωση ἔδινε ὁ νεκρὸς ἱεράρχης.
Ὁ λαϊκὸς ποὺ ἔφτασε πρῶτος ἀνήγγειλε στοὺς ἐκεῖ παρευρισκομένους, τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἱερέα τὸν ὁποῖο καὶ περίμεναν. Ὁ ἱερέας ὅμως, ὅταν ἔφτασε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ὅπου βρισκόταν ἡ βρύση τοῦ νεροῦ, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει καὶ φοβισμένος νὰ γυρίσει πίσω, γιατί ἀντὶ τῆς βρύσης ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μεγάλο καὶ ἀπέραντο ποταμό.
Σὲ λίγο ἄλλος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ χωριὸ ἔτρεξε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοῦ ἀνέφερε, πὼς ὁ ἱερέας δὲν εἶχε πάει καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν κηδεία τοῦ μοναχοῦ. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη προσῆλθε καὶ ὁ ἱερέας ποὺ εἶχε σταλεῖ καὶ ἐξήγησε πὼς ὁ λόγος ποὺ δὲν πῆγε στὸ χωριὸ ἦταν ἡ ὕπαρξη ἐνὸς πολὺ μεγάλου ποταμοῦ, ποὺ βρισκόταν μπροστὰ στὸ χωριό. Τὰ λόγια αὐτὰ κίνησαν τὴν περιέργεια τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ κάλεσε ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς πόλεως ξεκίνησε μ’ αὐτοὺς καὶ μὲ πλήθη λαοῦ πρὸς τὸ χωριό.
Πραγματικά, ὅταν ἔφτασαν κοντὰ στὴ βρύση τοῦ νεροῦ, εἶδαν μὲ μεγάλη ἔκπληξή τους ἀντὶ τῆς βρύσης ὄχι μόνο τὸν τεράστιο ποταμό, ἀλλὰ καὶ σκοτάδι πάνω ἀπ’ τὸ νερό. Ὁ Ἐπίσκοπος κατάλαβε, πὼς ὁ νεκρὸς γιὰ τὸν ὁποῖο τοῦ μίλησαν δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας κοινὸς μοναχός, ἀλλὰ κάποιος μεγάλος Ἅγιος καὶ ὅτι αὐτοὶ ἀπὸ ἀναξιότητα δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν. Ὕστερα ἀπὸ ἐκτενὴ καὶ κατανυκτικὴ παράκληση ὁ ποταμὸς ἐξαφανίστηκε, τὸ σκοτάδι διαλύθηκε καὶ φάνηκε ἡ βρύση τοῦ νεροῦ. Αὐτὴν ὁ ἐπίσκοπος ὀνόμασε Ὅμορον Ὕδωρ (δηλ. κοντινὸ νερό) τὸ γνωστὸ σήμερα μὲ τ’ ὄνομα Μωρὸν Νερόν.
Μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ ποταμοῦ ὁ ἐπίσκοπος μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸν λαὸ προχώρησε πρὸς τὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ὁ νεκρός. Σὰν ἔφτασε προσκύνησε μὲ εὐλάβεια τὸ δερμοφόρο καὶ σιδηροφόρο σκήνωμα καὶ διέταξε νὰ φέρουν καὶ νὰ βάλουν κοντὰ σ’ αὐτὸ τὴν ἀκίνητη καὶ μισοπαγωμένη χήρα μὲ τὰ παιδιά της. Τότε ὁ εὐλαβὴς ἐπίσκοπος Ὑπερόριος γονάτισε μπροστὰ στὸ λείψανο καὶ προσευχήθηκε. Ἀπὸ μέρους τῆς γυναίκας ζήτησε ἀπ’ τὸν ξένο μοναχὸ νὰ τὴν συγχωρήσει καὶ νὰ τῆς χαρίσει πάλι τὴν ὑγεία της.
Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ μισοπεθαμένη γυναίκα καὶ τὰ παιδιά της ζωντάνεψαν στὴ στιγμή. Κινήθηκαν, σηκώθηκαν, περπάτησαν. Μικροὶ καὶ μεγάλοι ξέσπασαν σὲ φωνὲς καὶ μὲ δάκρυα χαρὰς δόξασαν τὸν Πανάγαθο Θεὸ καὶ τὸν ἄγνωστο Ἅγιό του. Σὲ λίγο πλήθη λαοῦ ἀπ’ τὴν πόλη καὶ τὰ γειτονικὰ μέρη ποὺ ἄκουσαν τὰ γενόμενα, ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν στὸ μικρὸ χωριό, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν θαυματουργὸ μοναχό. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἦρθαν ἦταν καὶ ὁ συνοδὸς τοῦ Ἁγίου, ὁ Νεῖλος.
Σκηνὴ πολὺ συγκινητικὴ διαδραματίστηκε τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς ἀντίκρισε τὸν νεκρὸ ἱεράρχη. Ἔπεσε πάνω στὸ ἅγιο λείψανο καὶ μὲ κλάματα καὶ φωνὲς θρηνοῦσε τὸν κύριό του. Ἔτσι ἀποκαλοῦσε τὸν νεκρό. Ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος κάλεσε ἰδιαίτερα τὸν Νεῖλο καὶ ζήτησε ἀπ’ αὐτὸν νὰ τοῦ πεῖ τὴν ταυτότητα τοῦ νεκροῦ. Ὁ μοναχὸς Νεῖλος ἀρνιόταν στὴν ἀρχή. Ὕστερα ὅμως τοῦ φανέρωσε τὸ μυστήριο:
– Δέσποτά μου, τοῦ εἶπε, ὁ μοναχὸς αὐτός, ὁ ξένος καὶ ταπεινός, εἶναι ὁ Γεννάδιος, ὁ ἄλλοτε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος σηκώθηκε καὶ βαθιὰ συγκινημένος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν νεκρὸ τὸ ἀνάλογο φέρετρο. Ὕστερα, ἀφοῦ τοποθέτησαν ἐκεῖ τὸ ἅγιο λείψανο, μὲ ὕμνους καὶ θυμιάματα, τὸ σήκωσαν καὶ μὲ λαμπάδες καὶ ἄλλην ἱερὴ δορυφορία τὸ μετέφεραν γιὰ νὰ τὸ θάψουν στὴν ἐπισκοπή.
 Μόλις οἱ ἄνθρωποι ποὺ κρατοῦσαν τὸ φέρετρο προχώρησαν καὶ ἔφτασαν ἐκεῖ ποὺ κτίσθηκε ἀργότερα ὁ ὁμώνυμος ναός, ἔνοιωσαν μεγάλη κούραση καὶ ἀπέθεσαν τὸ φέρετρο γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν λίγο. Ὅταν ὕστερα δοκίμασαν νὰ τὸ σηκώσουν πάλι καὶ νὰ προχωρήσουν, στάθηκε ἀδύνατο. Τὸ φέρετρο δὲν μετακινεῖτο. Νόμιζε κανεὶς πὼς εἶχε ριζώσει στὴ γῆ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοὺς ἔκαμε νὰ καταλάβουν, πὼς ὁ Ἅγιος ἤθελε στὸν τόπο ἐκεῖνο νὰ ταφεῖ. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ἐκεῖ τὸν ἔθαψαν καὶ ἐκεῖ ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἔκτισε ἕνα ναὸ στὴ μνήμη του.
Στὴν κηδεία τοῦ Ὁσίου πολλοὶ ἄρρωστοι ἔγιναν καλά. Καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους ὁ τάφος του στάθηκε πηγὴ ἰαμάτων. Εἰδικὰ ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θεραπεύει ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ κρυολογήματα καὶ ἀπὸ τὸν βήχα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ πολὺ κρύο ἀπέθανε.
Ἂν καὶ ὁ Βηχιανὸς ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν τοπικῶν ἁγίων τοῦ νησιοῦ μας, μερικοὶ φρονοῦν ὅτι τὸ ὄνομα τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἐπίθετο τοῦ Ἁγίου Γενναδίου καὶ ὅτι ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ ὁ Ἅγιος Γεννάδιος εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ Βησσιανὸς ἔχει ὡς κέντρο σεβασμοῦ τὸ μικρὸ χωριὸ Ἀνάγια, ποὺ βρίσκεται 10 περίπου μίλια ΝΔ τῆς Λευκωσίας καὶ τὴν Κισσοῦσα τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ. Τοιχογραφίες τοῦ Ἁγίου βρίσκουμε σὲ ἐκκλησίες τῆς Γαλάτας, τοῦ Ἰδαλίου, Καλοπαναγιώτη κλπ. Φορητὲς εἰκόνες στὰ Ἀνάγια, σὲ ναοὺς τῆς Λευκωσίας (Ἁγ. Σάββα, Τρυπιώτη), τῆς Λάρνακος καὶ ἀλλαχοῦ.
Αὐτὴ μὲ ἁδρὲς γραμμὲς ὑπῆρξε ἡ ζωὴ καὶ ἡ δράση τοῦ μεγάλου τούτου τέκνου τῆς Ἐκκλησίας μας. Ζωὴ ἀγωνιστική. Μὰ καὶ ζωὴ ταπεινοφροσύνης καὶ θυσίας.
Ταῖς τοῦ Ἁγίου Γενναδίου πρεσβείαις Χριστέ, ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Τώρα ὡς πρὸς τὸν Πατριάρχη Μάξιμο, δὲν εἶναι ἐπαρκῶς καθορισμένο ποιὸς ἀπὸ τοὺς Πατριάρχες Κωνσταντινὂυπόλεως, ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα αὐτὸ εἶναι ὁ Ἅγιος. Κατὰ πάσα πιθανότητα ὅμως, πρόκειται γιὰ τὸν Μάξιμο Γ’ (1476 – 1482). Αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἐργάστηκε μὲ πολλοὺς τρόπους γιὰ τὴν βελτίωση τῶν ἠθῶν. Ὁ ἴδιος μάλιστα, ἀκούραστα κάθε Κυριακὴ δίδασκε στὸ λαὸ τὸν θεῖο λόγο.
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται σ’ ὁρισμένους Συναξαριστὲς καὶ τὴν 20η Νοεμβρίου).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις κατακοσμούμενος, τῆς Ἐκκλησίας ἐδείχθης Ἀρχιεράρχης σοφός, καὶ ποιμὴν ἀληθινός, πάτερ Γεννάδιε, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁσίων κοινωνός, ἐν πάσῃ δικαιοσύνη. Καὶ νῦν δυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.





Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ὁ Βατοπαιδινὸς

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς ἦταν δοχειάρης (ὑπεύθυνος γιὰ τὴν πλήρωση τῶν δοχείων τῆς Μονῆς μὲ λάδι) τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Αὐτὸς λοιπόν, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ πιθάρι ἄδειο νὰ ἀναβλύζει λάδι, διὰ θαύματος τῆς Θεοτόκου.
Ὁ Ὅσιος Γεννάδιος ἀπεβίωσε εἰρηνικά.





 Ὁ Ὅσιος Ἰουστῖνος

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.





Ὁ Ἅγιος Σὰκ ὁ Πέρσης 

Ὁ Ἅγιος αὐτός, ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές, βρίσκεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 χωρὶς ὑπόμνημα. Ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν μάρτυρα Σάκτο ποὺ ἑορτάζεται τὴν 25η Ἰουλίου.





Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δερμοκαΐτης 

Ἡ μνήμη του ἀναφέρει στὸν Συναξαριστὴ Delehaye μὲ τὴν σημείωση ὅτι ἀσκήτευσε στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας.
Πρόκειται γιὰ τὸν Ἰωάννη τὸν μοναχὸ ποὺ ὑπῆρξε (919 – 944) γνωστὸς γιὰ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του ἐπὶ Ρωμανοῦ τοῦ Λεκαπηνοῦ, ποὺ ὁ αὐτοκράτορας αὐτός, μετὰ τὴν πτώση του, ἔστειλε σφραγισμένη ἐπιστολὴ σ’ αὐτὸν τὸν Ἰωάννη καὶ ἐξομολογεῖτο τὶς ἁμαρτίες του.





 Ὁ Ὅσιος Νίκων ὁ Θαυματουργός μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Σεργίου (Ρῶσος, † 1427 μ.Χ.)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.















Ἡ ἁγία Χίλντα (Hilda ἤ Hild) τοῦ Γουίτμπυ (Whitby)

Ἡ ἁγία Χίλντα γεννήθηκε περί τό 614, στήν Νορθούμπρια. Ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή της Χίλντα, ἡ ἁγία Χέρεσγουιθ (Hereswith) εἶχε παντρευτεῖ τόν Ἔθελρικ, ἀδελφό του βασιλιᾶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἀγγλίας καί, στή συνέχεια, ἔγινε μοναχή καί μόνασε στήν Βόρεια Γαλλία. 
Ἀφοῦ ἔζησε σέ δύο μοναστήρια, ἀπό τά ὁποία ἔχει εὑρεθεῖ μόνο τό κοιμητήριο τοῦ δευτέρου, στό Hartlepool, ὅπου εἶχε γίνει ἡγουμένη, ἵδρυσε τό μοναστήρι τοῦ Γουίτμπυ, ὅπου ἔμεινε μέχρι τόν θάνατό της. 
Τό μοναστήρι ἦταν μικτό, ὅπου ἄνδρες καί γυναῖκες μοναχοί ζοῦσαν χωριστά, σέ οἰκίσκους τῶν δύο ἤ τριῶν ἀτόμων, ἀλλά ἐκκλησιάζονταν μαζί. Οἱ μοναχοί τηροῦσαν τίς χριστιανικές ἀρετές, καί ἰδιαίτερα τήν εἰρήνη καί τήν ἐλεημοσύνη, μελετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή καί ἔκαναν καλές πράξεις. 
Ἀπό τό μοναστήρι αὐτό βγῆκαν πέντε ἐπίσκοποι, ἀπό τούς ὁποίους δύο τιμῶνται ὡς ἅγιοι, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τοῦ Μπέβερλυ (τιμᾶται στίς 7 Μαΐιου) καί ὁ Ἅγιος Γουίλφριντ, ἐπίσκοπος Ὑόρκης (τιμᾶται στίς 12 Ὀκτωβρίου). 
Ἡ Χίντα εἶχε μεγάλη ἐνεργητικότητα, διοικητικές καί διδακτικές ἱκανότητες. Εἶχε μεγάλη φήμη γιά τήν σοφία της, ὥστε βασιλιάδες καί πρίγκιπες τήν συμβουλεύονταν. 
Στό μοναστήρι τῆς ἔγινε τό 664 ἡ Σύνοδος τοῦ Γουίτμπυ, ἡ πρώτη ἐκκλησιαστική σύνοδος στό Βασίλειο, κατά τό ὁποῖο ἀποφασίστηκε ὁ συντονισμός τῆς Ἀγγλικῆς ἐκκλησίας μέ τήν Ρώμη στό ζήτημα τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα. 
Ἡ ἁγία Χίλντα πέθανε εἰρηνικά, τό 680, στήν ἡλικία τῶν 66 ἐτῶν. 
Στήν Ἁγία Χίλντα ἀποδίδονται θαύματα, ὅπως ἡ ἀπόκρουση ἐπιδρομῆς φιδιῶν, μέ τήν μετατροπή τους σέ πέτρα. Εἰς ἀνάμνηση τοῦ θαύματος, ἔχει ἐπικρατήσει τοπική παράδοση νά κατασκευάζουν γλυπτά κεφάλια φιδιῶν σέ πέτρα. 
Τιμᾶται ὡς προστάτις ἁγία σέ πολλά ἐκπαιδευτικά ἱδρύματα γιά κορίτσια, καί πολλά τέτοια ἱδρύματα φέρουν τό ὄνομά της. 

Ὁ πατέρας της, Χέρενικ (Herenic) δολοφονήθηκε μέ δηλητήριο, ὅταν ἦταν μικρή. Μεγάλωσε στήν αὐλή τοῦ βασιλιᾶ Ἔντουιν (Edwin), στήν Νορθούμπρια. Τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα τοῦ 627, ὁ βασιλιάς Ἔντουιν βαπτίστηκε, καί μαζί του καί ὅλη ἡ αὐλή του, καθώς καί ἡ δεκατριάχρονη τότε Χίλντα.
 Γιά τήν βάπτιση κτίστηκε ἕνας πρόχειρος ξύλινος ναός, ἐκεῖ πού εἶναι σήμερα ὁ καθεδρικός ναός τῆς Ὑόρκης. Τό μυστήριο τέλεσε ὁ ἅγιος Παυλίνος τῆς Ὑόρκης (Paulinus, ἑορτάζει στίς 10 Ὀκτωβρίου), ὁ ὁποῖος εἶχε σταλεῖ ἀπό τόν Πάπα Ἅγιο Γρηγόριο τόν Μεγάλο, μαζί μέ ἄλλους ἱεραπόστολους, στίς Βρετανικές Νήσους. Τό 633, ὅταν ἡ Χίλντα ἦταν 20 χρονῶν, ὁ βασιλιάς Ἔντουιν σκοτώθηκε σέ μάχη μέ ἕναν παγανιστή Ἀγγλοσάξωνα βασιλιά ἀντίπαλό του, τόν Penda τῆς Μέρτσιας. Ἡ Χίλντα πιθανῶς πῆγε νά ζήσει μέ τήν ἀδελφή της, στήν αὐλή τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἀγγλίας.
 Ὅταν ἡ ἀδελφή της ἔγινε μοναχή κι ἔφυγε γιά τήν Γαλλία, ἡ Χίλντα, 33 χρονῶν, ἀποφάσισε νά ἐπιστρέψει στήν Νορθούμπρια, ὅπου τήν εἶχε καλέσει ὁ ἅγιος Ἀϊντᾶν, ἐπίσκοπός του Λίντισφαρν, καί νά ζήσει ὡς μοναχή. 

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

16 Νοεμβρίου Συναξαριστής Ματθαίου Αποστόλου, Ιφιγένειας, Φιλούμενος.


Ὁ Ἅγιος Ματθαῖος ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστής 

Ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Γαλιλαία. Προτοῦ γίνει μαθητὴς τοῦ Κυρίου ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ τελώνη καὶ ὀνομαζόταν Λευΐ.
Μία μέρα καὶ ἐνῶ καθόταν στὸ τελωνεῖο του, ἔξω ἀπὸ τὴν Καπερναοῦμ, τὸν πλησίασε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ὁ Ματθαῖος ὑπάκουσε καὶ δέχθηκε τὸν Κύριο στὴν οἰκία του, ὅπου παρέθεσε γεῦμα σὲ Αὐτὸν καθὼς καὶ σὲ πολλοὺς τελῶνες, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Ἰησοῦς συζήτησε καὶ συνέφαγε, ἐνέργεια γιὰ τὴν ὁποία κατηγορήθηκε ἀπὸ κάποιους Φαρισαίους. Ὅταν ὁ Κύριος πληροφορήθηκε τὶς κατηγορίες ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Δὲν ἦρθα γιὰ νὰ καλέσω τοὺς δικαίους, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια».
Ἔκτοτε ὁ Ματθαῖος ὑπῆρξε μαθητὴς καὶ Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ Ματθαῖος ἀνέλαβε νὰ κηρύξει τὸν λόγο τοῦ Κυρίου στοὺς Πάρθους καὶ στοὺς Μήδους. Κατὰ τὴν ἐκτέλεση τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου, ὁ Ματθαῖος, ἐπιτέλεσε πλῆθος θαυμάτων.
Ὡς εὐαγγελιστὴς ἔχει σύμβολο ἕναν φτερωτὸ ἄνθρωπο. Στὸ ἀνεκτίμητης ἀξίας ἔργο του περιλαμβάνεται καὶ ἡ συγγραφὴ τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας ἤκουσας, φωνῆς τοῦ Λόγου, καὶ τῆς πίστεως, τὸ φῶς ἐδέξω, καταλείψας τελωνείου τὸν σύνδεσμον· ὅθεν Χριστοῦ τὴν ἀπόρρητον κένωσιν, εὐηγγελίσω Ματθαῖε Ἀπόστολε. Καὶ νῦν πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τοῦ τελωνείου τὸν ζυγὸν ἀπορρίψας, δικαιοσύνης τῷ ζυγῷ προσηρμόσθης, καὶ ἀνεδείχθης ἔμπορος πανάριστος, πλοῦτον κομισάμενος, τὴν ἐξ ὕψους σοφίαν· ὅθεν ἀνεκήρυξας, ἀληθείας τὸν λόγον, καὶ τῶν ῥαθύμων ἤγειρας ψυχάς, καθυπογράψας, τὴν ὥραν τῆς κρίσεως.

Μεγαλυνάριον.
Σύσκηνος τῷ Λόγῳ διατελῶν, θείων μυστηρίων, ἐμυήθης τὰς ἀστραπάς· ἔνθεν θεογράφως, Ἀπόστολε Ματθαῖε, ζωῆς διατυπώσω τὸ Εὐαγγέλιον.





Ἡ Ἁγία Ἰφιγένεια

Ἡ μνήμη της ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες.
Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη της.



Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

15 Νοεμβρίου Συναξαριστής Των Αγίων Γιουρία, Σάμωνα και Αβίβου Ομολογητών, Κυντίωνος Επισκόπου, Ιουστίνου & Θεοδώρας, των Αγίων Ελπιδίου Μάρκελλου και Ευστόχιου, Δημητρίου, των Αγίων Ευψυχίου, Νεάρχου και Καρτερίου, Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ.


Οἱ Ἅγιοι Γουρίας, Σαμωνᾶς καὶ Ἄβιβος οἱ Ὁμολογητές 

Ὁ Γουρίας καὶ ὁ Σαμωνᾶς, ἀγωνιζόμενοι τὸν ἱερὸ ἀγώνα τῆς χριστιανικῆς πίστης, συνελήφθησαν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Ἀντωνίνο, κατὰ τὸν διωγμὸ ἐπὶ Διοκλητιανού. Καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν μὲ θαυμαστὴ ὑπομονὴ πολλὰ βάσανα, ἀποκεφαλίσθηκαν.
Ὁ Ἄβιβος ἔζησε λίγα χρόνια ἀργότερα καὶ ἦταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Ἔδεσσας ποὺ ὀνομαζόταν Ἀποθελσαῖα. Τότε βασιλιὰς ἦταν ὁ Λικίνιος, ὁ γνωστὸς ἀντίπαλος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Ὁ Ἄβιβος, λοιπόν, προχειρίσθηκε Ἱεροδιάκονος καὶ διακρινόταν γιὰ τὴ μεγάλη εὐσέβειά του καὶ τὸν πολὺ ζῆλο γιὰ τὸ ὑπούργημά του. Ἰδιαίτερα, ὅμως, διακρινόταν γιὰ τὴ θερμὴ ἀγάπη του στὸ ἱερὸ κήρυγμα, τηρώντας τὸ θεόπνευστο λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ λέει: «Κήρυξαν τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξαν, ἐπιτίμησαν, παρακάλεσαν, ἐν πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ διδαχῇ».
Κήρυξε, δηλαδή, τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, στάσου ἐπιτηρητὴς καὶ καθοδηγὸς στοὺς ἀκροατές σου, ὄχι μόνο σὲ κατάλληλες περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ σ’ ἐκεῖνες ποὺ φαίνονται ἀκατάλληλες περιστάσεις, ἔλεγξε, ἐπίπληξε, παρηγόρησε μὲ κάθε μακροθυμία καὶ μὲ κάθε μέθοδο διδασκαλίας.

Ὁ ἡγεμόνας Λυσανίας, ὅταν εἶδε τὸν Ἄβιβο νὰ προσελκύει πολλοὺς εἰδωλολάτρες μὲ τὸ θερμό του κήρυγμα, τὸν συνέλαβε. Καὶ ἀφοῦ τὸν κρέμασε σὲ στυλὸ καὶ τὸν ἔσχισε μὲ σιδερένια νύχια, ἔπειτα τὸν ὁδήγησε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ὅπου τὸν ἔριξε μέσα στὴν φωτιά, καὶ ἔτσι ὁ Ἄβιβος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸ Θεό.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάβαλε.
Τριάδος ἰσάριθμοι, τῆς Ὑπερθέου σαφῶς, Γουρίας, καὶ Ἄβιβος, καὶ Σαμωνᾶς ὁ κλεινός, ἐνθέως ὑπάρχοντες, ταύτην τοῖς ἀσεβέσιν, ὡμολόγησαν ἅμα, ἄθλων τὴν τρικυμίαν, ἀβλαβῶς διελθόντες. Καὶ νῦν ἡμᾶς κυβερνῶσιν, ὅρμον πρὸς ἄκλυστον.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἐξ ὕψους σοφοί, τὴν χάριν κομισάμενοι, τῶν ἐν πειρασμοῖς, προΐστασθε πανεύφημοι· διὸ κόρην Ἅγιοι, ἐκ θανάτου πικροῦ ἐρρύσασθε· ὑμεῖς γὰρ ὄντως ὑπάρχετε, Ἐδέσσης ἡ δόξα, καὶ τοῦ κόσμου χαρά.

Μεγαλυνάριον.
Τρίπλοκος χορεία Ἀθλητική, Ἄβιβος ὁ θεῖος, καὶ Γουρίας καὶ Σαμωνᾶς, ὤφθησαν τῷ κόσμῳ, ὁμολογίας χάριν, καὶ πειρασμῶν τὴν λύσιν, ἡμῖν βραβεύοντες.





Ὁ Ὅσιος Κυντίων (ἢ Κυντιρίων ἢ Κυντιανὸς ἢ Κυντιριανός) Ἐπίσκοπος Σελευκείας 

Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς 318 Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ὑπῆρξε ἀσκητικός, ἀλλὰ καὶ θαυματουργός. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.





Μνήμη τῶν εὐσεβῶν βασιλέων Ἰουστίνου καὶ Θεοδώρας 

Ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι λίγο συγκεχυμένα. Ἄλλες πῆγες ἀναφέρουν αὐτὴ τὴν ἡμέρα, τὴν μνήμη Ἰουστινιανοὺ καὶ Θεοδώρας καὶ ἄλλες Ἰουστίνου καὶ Εὐφημίας.
Πάντως ὅσο ἀναφορὰ τὸν Ἰουστῖνο, καταγόταν ἀπὸ τὴν Θράκη καὶ προηγουμένως ἦταν βοσκὸς προβάτων καὶ χοίρων. Κατόπιν ἔγινε στρατιώτης, ἔπειτα κόμης καὶ στὸ τέλος βασιλιὰς τὸ 518. Εἶχε δὲ γυναίκα κάποια Λουπικία, ποὺ τὴν ἔκανε Αὔγουστο καὶ μετονόμασε Εὐφημία. Ὅταν πέθανε ἡ γυναίκα του αὐτή, πῆρε ἄλλη μὲ τὸ ὄνομα Θεοδώρα.
Ὁ Ἰουστῖνος, ἂν καὶ ἀγράμματος, συμμάζεψε καὶ νοικοκύρεψε τὸ κράτος καὶ ὑπῆρξε πολὺ εὐσεβὴς χριστιανὸς βασιλιάς, βοηθώντας παντοιοτρόπως τὴν Ἐκκλησία. Βασίλευσε ἐννέα χρόνια καὶ 33 ἡμέρες.





Οἱ Ἅγιοι Ἐλπίδιος, Μάρκελλος καὶ Εὐστόχιος οἱ Μάρτυρες

Ὁ Ἔλπιδιος, μέλος τῆς Συγκλήτου, ἔζησε ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης (361 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸν ἔπιασε, τοῦ εἶπε νὰ διαλέξει μεταξὺ τῆς ἄρνησης τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ὁ Ἐλπίδιος χωρὶς περιστροφὲς διάλεξε τὸ δεύτερο.
Μαζὶ μ’ αὐτὸν συμβάδισαν πρὸς τὸ μαρτύριο καὶ δύο συνάδελφοι φίλοι του, ὁ Μάρκελλος καὶ ὁ Εὐστόχιος. Ἀφοῦ στὶς σάρκες τους ἔριξαν καυτὸ νερό, κατόπιν ἔσπασαν τὰ ἄκρα τῶν σωμάτων τους μὲ βαρεία σιδερένια ραβδιά.
Καὶ ἡ μανία τῶν ἀπίστων δὲν σταμάτησε ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση ποὺ βρίσκονταν, τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι παρέδωσαν τὸ πνεῦμά τους, μαρτυρικὰ ὁλοκαυτώματα ὑπὲρ τῆς ἁγίας πίστης.





Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ὁ Μάρτυρας 

Ὁ Ἅγιος Δημήτριος καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Δαβούδιο, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν πόλη Ἀμαπασός.
Συνελήφθη στὰ χρόνια του βασιλιὰ Μαξιμιανοῦ καὶ τοῦ ἄρχοντα Πουπλίου τὸ 298. Ἀφοῦ ὑπέστη πολλὰ βασανιστήρια γιὰ τὸν Χριστό, στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν.





Οἱ Ἅγιοι Εὐψύχιος, Νέαρχος καὶ Καρτέριος οἱ Μάρτυρες 

Ἡ μνήμη τῶν τριῶν αὐτῶν μαρτύρων, ἀναφέρεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 καὶ στὸν Πατμιακὸ 266 μετὰ τῆς συνοδείας αὐτῶν.
Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴ ζωή τους δὲν ἔχουμε.





Ὁ Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (Ρῶσος) 

Ἐπιγραμματικὰ καὶ μὲ χρονολογικὴ σειρὰ ἀναφέρουμε τὰ σημαντικότερα γεγονότα τῆς ζωῆς του:
Γεννήθηκε στὶς 21 Δεκεμβρίου τοῦ 1722.
Τὸ 1734 εἰσάγεται στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Κιέβου.
Τὸ 1738 μπαίνει στὰ μοναστήρια Λιούμπετζ καὶ Μετθεντόφσκυ κοντὰ στὸ Κίεβο.
Τὸ 1741 γίνεται ρασοφόρος μοναχός, μετονομασθεῖς Πλάτων.
Τὸ 1743 μετακομίζει στὶς σκῆτες τῆς Βλαχίας, ὅπου ζεῖ μὲ τὸν γέροντα Βασίλειο.
Τὸ 1746 πηγαίνει στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Τὸ 1750 κείρεται μοναχὸς ἀπ’ τὸν γέροντα Βασίλειο, μετονομασθεῖς Παΐσιος.
Τὸ 1754 ξεκινᾶ τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ μὲ τὸν Βησσαρίωνα.
Τὸ 1758 χειροτονεῖται ἱερέας καὶ ἱδρύει τὴν σκήτη τοῦ Προφήτου Ἠλία.
Τὸ 1763 μετακινεῖται στὴ Δραγομίρνα.
Τὸ 1775 στὴ μονὴ Σεκούλ.
Τὸ 1779 στὴ μονὴ Νιαμέτς.
Τὸ 1790 γίνεται ἀρχιμανδρίτης καὶ πεθαίνει στὶς 15 Νοεμβρίου τοῦ 1794.

14 Νοεμβρίου Συναξαριστής Φιλίππου Αποστόλου, Στάχυ, Γρηγορίου Παλαμά, Θωμά του Νέου, Κωνσταντίνου Υδραίου, Παντελεήμονος Νεομάρτυρα, Ευφημιανού Θαυματουργού, Dubritius.


Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀπόστολος

Ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα. Καὶ μάλιστα ἐπίλεκτο μέλος τῆς ἁγίας αὐτῆς ὁμάδος.
Τὴν πρώτη γνωριμία του μὲ τὸν Χριστό μᾶς τὴν παρουσιάζει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι» (Ἰωαν. α’ 44).
Βρισκόταν στὴν Ἰουδαία ὁ Κύριος. Ὕστερα ἀπὸ τὸ βάπτισμά Του καὶ τὴν τεσσαρακονθήμερη νηστεία Του στὴν ἔρημο καὶ τοὺς πειρασμούς Του ἀπὸ τὸν διάβολο, νικητὴς ἀποφασίζει νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία στὴν Γαλιλαία γιὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἔργου του.
Ἐκεῖ, σὰν ἔφθασε, βρῆκε μεταξὺ τῶν πρώτων τὸν Φίλιππο, ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδά, τὴν ἴδια πόλη ἀπὸ τὴν ὁποία καταγόντουσαν καὶ οἱ ἄλλοι δύο Ἀπόστολοι καὶ ἀδελφοί, Ἀνδρέας καὶ Πέτρος.
Ἡ μικρὴ αὐτὴ πόλη βρισκόταν στὶς ἀνατολικὲς ὄχθες τῆς λίμνης Τιβεριάδος καὶ ἀξιώθηκε νὰ προσφέρει στὸν Κύριο ἕνα σημαντικὸ ἀριθμὸ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους Του. Πτωχοὶ καὶ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι ἤσαν ὅλοι αὐτοί.
Ὅμως ὁ Κύριος τέτοιους ἐργάτες κατὰ κανόνα διαλέγει γιὰ τὴ διακονία Του. Ἀνθρώπους ταπεινοὺς καὶ καλοδιάθετους.

Καὶ αὐτούς, «τὰ μωρά του κόσμου... καὶ ἐξουθενωμένα» κατὰ τὸν θεῖο Ἀπόστολο Παῦλο, δηλαδὴ 
τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος θεωρεῖ μωροὺς καὶ περιφρονημένους, μ’ αὐτοὺς ὁ Κύριος καταντροπιάζει ἐκεῖ νοῦς, πού, ὁ κόσμος πάλι, θεωρεῖ σοφοὺς καὶ μεγάλους καὶ δυνατούς.
Τὴν ἁγνὴ καὶ πρόθυμη διάθεση εἶδε ὁ Κύριος στὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ Φιλίππου καὶ αὐτὴν ἐξετίμησε καὶ ἔσπευσε νὰ τοῦ μιλήσει καὶ νὰ τοῦ ἀπευθύνει τὴν τιμητικὴ πρόσκληση: «Ἀκολούθει μοι», ἀκολούθησέ με. Πόσο διαφορετικὰ ἀλήθεια εἶναι τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια ἀπὸ τὰ κριτήρια τοῦ πανσόφου Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι συνήθως κρίνουμε «κατ’ ὄψιν».
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐλέγχει τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς κρίσεως μὲ τὸ «μὴ κατ’ ὄψιν κρίνετε παράνομοι». Ὁ πάνσοφος Θεὸς κρίνει ἀπὸ τὶς διαθέσεις ποὺ κρύβουμε ὁ καθένας στὴν ψυχή μας. Καὶ γιὰ τοῦτο ἡ κρίση του εἶναι πάντα ὀρθὴ καὶ ἀσφαλισμένη.
Τὴν ἀξία αὐτῆς τῆς κρίσεως τὴν βλέπουμε ἀμέσως στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Φίλιππος ἔσπευσε νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ἱερὴ πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ, χωρὶς κανένα ἐνδοιασμό, ἀλλὰ μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ ζηλευτὴ προθυμία ἀφήνει τὰ πάντα καὶ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο.
Ἀφήνει ἐργασία, γονεῖς, φίλους καὶ γνωστούς, σπίτι, μικρὴ ἔστω περιουσία καὶ σπεύδει νὰ γίνει ἕνας ἀκόλουθος τῆς συντροφιᾶς τοῦ Ἰησοῦ. Κάπως παράξενη ἡ σπουδή του νὰ ἀκολουθήσει τὸν Κύριο, θὰ σκεφθεῖ ἴσως κάποιος. Παράξενη μπορεῖ νὰ φαίνεται. Ἂν θελήσουμε ὅμως νὰ προσέξουμε καὶ νὰ ἐμβαθύνουμε λίγο στὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη, ἡ ἀπορία αὐτὴ θὰ διασκεβασθεῖ ἀμέσως. «Ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως ᾿Ανδρέου καὶ Πέτρου». (Ἰωάν. α’ 45).
Ὁ Φίλιππος δηλαδὴ καταγόταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδά, ἀπὸ τὴν πατρίδα τοῦ Ἀνδρέα καὶ τοῦ Πέτρου. Ἰδοὺ τὸ μυστικὸ τῆς προθυμίας τοῦ Φιλίππου νὰ ἀκολουθήσει τὸν Κύριο. Ἦταν συμπολίτης τοῦ Ἀνδρέα. Καὶ ὁ Ἀνδρέας ἦταν μία ἀπὸ τὶς εὐγενικὲς ἐκεῖνες καρδιὲς ποὺ μὲ λαχτάρα περίμενε τὸν Μεσσία. Ὁ πόθος του αὐτὸς τὸν ἔσπρωξε νὰ γίνει καὶ μαθητὴς τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστή.
Καὶ αὐτὰ ποὺ ἄκουε ἀπὸ τὴν φωνὴ «τοῦ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ», φρόντιζε νὰ τὰ μεταφέρει συχνὰ καὶ νὰ τὰ κάμνει γνωστὰ καὶ στοὺς ἄλλους. Πόση καλοσύνη καὶ εὐγένεια ψυχῆς δὲν φανερώνει τοῦτο τὸ παράδειγμα! Μὰ καὶ πόσο ἱεραποστολικὸ ζῆλο γιὰ τὴν εὐτυχία καὶ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων!
Ὑπάρχει στὶς δικές μας καρδιές, ἀλήθεια, αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ αὐτὸς ὁ πόθος, ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐτυχία μας νὰ γίνει καὶ τῶν γνωστῶν καὶ τῶν χωριανῶν μας κτῆμα; Τὸ παράδειγμα τοῦ ζηλωτὴ ψαρά, τοῦ Ἀνδρέα, αὐτὸ μᾶς συνιστᾶ. Καὶ τὴν σύσταση αὐτὴ ἀξίζει ὄχι μονάχα νὰ τὴν προσέξουμε οἱ χριστιανοὶ τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, μὰ καὶ νὰ τὴν κάνουμε τὸ ταχύτερο ζωή μας.
Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, εἴμαστε ἁλάτι καὶ φῶς γιὰ τοὺς γύρω μας. Πρέπει νὰ εἴμαστε τέτοιοι. «Ὑμεῖς ἔστε τὸ ἅλας τῆς γῆς...Ὑμεῖς ἔστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου...» (Ματθ. ε’ 13 – 14). Τὸ ἁλάτι νοστιμίζει τὰ φαγητά. Τὸ ἁλάτι ἀκόμη προλαμβάνει τὴν σήψη. Σὰν τὸ ἁλάτι οἱ πραγματικοὶ χριστιανοὶ μὲ τὰ λόγια τους καὶ τὸ παράδειγμά τους νοστιμίζουν τὴν ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι γύρω τους, ἀλλὰ καὶ ἐμποδίζουν τὴν ἠθικὴ σαπίλα ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξαπλωθεῖ καὶ νὰ διαλύσει τὰ πάντα.
Οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἀκόμη καὶ φῶς. Φῶς ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει καὶ ζωογονεῖ καὶ ὀμορφαίνει τὸν κόσμο. Καὶ αὐτοὶ μὲ τὰ λόγια τους καὶ πρὸ πάντων τὰ ἔργα τους καλοῦνται νὰ εἶναι φῶς μέσα στὴν κοινωνία. Ἕνα φῶς πνευματικό, ποὺ νὰ φωτίζει, νὰ θερμαίνει καὶ νὰ ζωογονεῖ τὴν κοινωνία. Εἶναι καιρὸς οἱ ἀληθινοὶ μαθητὲς τοῦ Κυρίου καὶ γνήσιοι ἀκόλουθοί Του νὰ προβάλλουν παντοῦ αὐτή τους τὴν ἰδιότητα. Τὸ ἀπαιτοῦν οἱ δύσκολοι καιροὶ ποὺ περνοῦμε.
Τὸ ζητᾶ ἀπὸ ὅλους ὁ φλογερὸς Ἀπόστολος, ποὺ μελετοῦμε. Ναί! αὐτὸ ἔκαμε ὁ Φίλιππος. Αὐτὸ ἔκαμε πρωτύτερα καὶ ὁ Ἀνδρέας.
Ὅταν ὁ τελευταῖος μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν εὐαγγελιστὴ γνώρισε τὸν Κύριο καὶ κλήθηκε πρῶτος νὰ γίνει μαθητής Του, φρόντισε ἀμέσως τὴν χαρά του νὰ τὴν μοιρασθεῖ μὲ τὸν ἀδελφό του Πέτρο. Ἀδελφέ μου, τοῦ εἶπε, «εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ναί! Βρήκαμε Ἐκεῖνον, ποὺ περιμέναμε. Βρήκαμε τὸν Χριστό. Ἔτσι ἑρμηνεύεται στὰ Ἑλληνικὰ ἡ λέξη Μεσσίας.
Τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀνδρέα ἐπαναλαμβάνει καὶ ὁ Φίλιππος. Μόλις καὶ αὐτὸς κλήθηκε νὰ ἀκολουθήσει τὸν Ἰησοῦ, σπεύδει καὶ αὐτὸς νὰ κάμει κοινωνὸ τῆς χαρᾶς του τὸν φίλο του Ναθαναήλ. Πόσο ἁπλὰ μᾶς ἐκθέτει ὁ θεῖος εὐαγγελιστὴς τὴν χειρονομία αὐτὴ τοῦ Φιλίππου! «Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ» (Ἰωάν. α’ 46).
Ναθαναὴλ φίλε μου, βρήκαμε αὐτὸν γιὰ τὸν ὁποῖον ἔγραψαν ὁ Μωϋσῆς καὶ οἱ Προφῆτες. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιὸς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ. Ὅταν στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ὁ ἀρχαῖος ἐκεῖνος σοφός, ὁ Ἀρχιμήδης, ἀνεκάλυψε, σὰν ἐλούετο, τὸν περίφημο ἐκεῖνο νόμο τῆς Φυσικῆς, ποὺ εἶναι γνωστὸς σὰν ἀρχὴ τοῦ Ἀρχιμήδους, πετάχτηκε ἔξω ἀπὸ τὸ λουτρὸ καὶ τρελὸς ἀπ’ τὴν χαρά του ἄρχισε νὰ τρέχει γυμνὸς μέσα στὴν πόλη καὶ νὰ φωνάζει «Εὕρηκα. Εὕρηκα».
Μεγάλη ἡ ἀνακάλυψή του. Αὐτὸ ὅμως ποὺ βρῆκε ὁ Φίλιππος ἦταν κάτι τὸ ἀσύγκριτα πιὸ μεγάλο καὶ πολυτιμότερο. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ θησαυρὸς τῶν θησαυρῶν. Εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ «εὐρήκαμεν», ποὺ εἶπε στὸν ἀδελφικό του φίλο Ναθαναὴλ ὁ Φίλιππος, φανερώνει χαρὰ πολὺ πιὸ μεγάλη. Χαρὰ ἀνέκφραστη. Χαρά, ποὺ μόνο ἐκεῖνοι ποὺ ἦλθαν σὲ προσωπικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Χριστό, μποροῦν νὰ δοκιμάζουν καὶ νὰ γνωρίζουν.
Καὶ δὲν ἦταν μόνο μιὰ ἔκφραση χαρὰς τὰ λόγια τοῦ Φιλίππου «Εὐρήκαμεν». Ἦταν καὶ κάτι ἄλλο. Ἦταν μία πρόσκληση. Πρόσκληση νὰ γνωρίσει καὶ ὁ φίλος του τὴν χαρά του καὶ νὰ τὴν δοκιμάσει. Κι ὅταν πάλι ὁ φίλος του Ναθαναὴλ μὲ κάποια ἐπιφύλαξη τοῦ πρόβαλε τὸ γνωστό: «Ἐκ Ναζαρὲτ δύναται τί ἀγαθὸν εἶναι;», «μὰ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, τὴν πόλη τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς διαφθορᾶς, εἶναι δυνατὸ νὰ βγεῖ κάτι τὸ καλό;» ὁ Φίλιππος δὲν τὰ χάνει. Μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα σὲ ὅτι λέγει, τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἔρχου καὶ ἴδε». Φίλε μου, ἔλα κι ἐσὺ νὰ δεῖς μὲ τὰ μάτια σου καὶ νὰ ἀντιληφθεῖς μοναχός σου αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω. Νὰ βεβαιωθεῖς δηλαδὴ καὶ νὰ πιστοποιήσεις καὶ σὲ ἄλλους, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ εἶναι αὐτὸς ποὺ περιμέναμε, ὁ Μεσσίας, ὁ Σωτῆρας τῶν ἀνθρώπων. Πλησίασε τὸν Χριστὸ καὶ σὲ λίγο διαπίστωνε καὶ ὁ ἴδιος καὶ ὁμολογοῦσε μὲ τὴν περίφημη φράση «ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» τὸ πιστεύω του. Δηλαδή, Διδάσκαλε, στ’ ἀλήθεια, σὺ εἶσαι ὁ γιὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶσαι ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ μὲ ὁδηγὸ τὶς προφητεῖες περιμέναμε. Καὶ δὲν ὁμολογεῖ μονάχα τὸν Ἰησοῦ σὰν τὸν ἄνθρωπο τῶν προφητειῶν, μὰ καὶ τὸν ἀκολουθεῖ καὶ γίνεται ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητές Του, ὁ γνωστὸς καὶ μὲ τὸ ἄλλο ὄνομα Βαρθολομαῖος.
Τρία χρόνια παρακολούθησε ὁ Φίλιππος τὸν Κύριο. Τρία χρόνια ἀκούει τὴν διδασκαλία Του καὶ παρακολουθεῖ τὰ θαύματά Του. Τρία χρόνια δέχεται τὴν εὐεργετική Του ἐπίδραση καὶ ἐνισχύεται στὸ ἔργο ποὺ τὸν περιμένει.
Μερικὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴ ζωή του κοντὰ στὸν Ἰησοῦ, μᾶς δείχνουν τὸν ζῆλο του, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀδυναμίες του. Μᾶς δείχνουν ἀκόμη καὶ τὴν ἰδιαίτερη θέση ποὺ κατέχει ἡ προσωπικότητά του στὸν κύκλο τῶν δώδεκα. Τὰ περιστατικὰ αὐτὰ θεωρήσαμε σκόπιμο νὰ παραθέσουμε πιὸ κάτω, γιὰ νὰ τὰ μελετήσουμε. Μᾶς λένε τόσα πολλά.
Στὶς παραμονὲς τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου, ὡς προσκυνητὲς ἦλθαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ πολλοὶ Ἕλληνες προσήλυτοι στὸν ἰουδαϊσμό. Αὐτοὶ μὲ ὅσα εἶχαν ἀκούσει γιὰ τὸν Κύριο, ἔνοιωσαν στὴν καρδιά τους βαθὺ τὸν πόθο γιὰ νὰ τὸν γνωρίσουν καλύτερα καὶ νὰ ἔχουν μαζί Του μιὰ ἰδιαίτερη συνομιλία. Στὴν περίπτωση αὐτὴ τὸ ὄνομα τοῦ Φιλίππου, ὄνομα ἑλληνικό, τοὺς ἔδωκε τὸ θάρρος νὰ τὸν πλησιάσουν καὶ νὰ τοῦ φανερώσουν τὴν ἐπιθυμία τους: «Κύριε, τοῦ εἶπαν, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδείν». Κύριε, θέλουμε νὰ ἰδοῦμε τὸν Ἰησοῦ. Νὰ ἡ παράκληση ποὺ τοῦ ἀπηύθυναν. Παράκληση καὶ ἐπιθυμία ζηλευτὴ καὶ ἀξιοπρόσεκτη. Καὶ ὁ Φίλιππος, ποὺ ἤθελε τὴν χαρά, ποὺ ἔνοιωθε αὐτὸς μὲ τὸ νὰ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο καὶ νὰ ἀκούει τὰ θεία λόγια Του, νὰ τὴν δοκιμάζουν καὶ ἄλλοι, ἔσπευσε νὰ συνεννοηθεῖ σχετικὰ μὲ τὸν ἀγαπητό του Ἀνδρέα καὶ ὕστερα μαζὶ νὰ ὁδηγήσουν τοὺς Ἕλληνες στὸν Ἰησοῦ. Τί θέματα κουβέντιασαν οἱ πρόγονοί μας μὲ τὸν Κύριο κατὰ τὴ συνάντησή τους ἐκείνη δὲν γνωρίζουμε. Αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε εἶναι πὼς ὁ Κύριος σὰν εἶδε τοὺς Ἕλληνες νὰ πλησιάζουν εἶπε τὰ τιμητικὰ καὶ θαυμαστὰ ἐκεῖνα λόγια: «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῆ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. ιβ’ 23).
Ἔφτασε δηλαδὴ ἡ ὁρισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ὤρα, γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ δοξασθεῖ μὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάληψή Του καὶ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ὡς Μεσσίας καὶ Λυτρωτὴς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ποὺ τὴν στιγμὴ αὐτὴ ἀντιπροσωπεύουν καὶ ὅλο τὸν ἐθνικὸ κόσμο. Εὐλογημένη καὶ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη. Ναί! πολὺ μεγάλη.
Γιατί ἂν ἡ προσέλευση τῶν ἐθνῶν στὸν Χριστὸ καὶ τὴν διδασκαλία Του ἀποτελεῖ μία νίκη καὶ ἕνα θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἔργου Του, ὁ ἐρχομὸς τῶν Ἑλλήνων στὴν πίστη τν χριστιανικὴ ἔχει κάτι τὸ πολὺ ἀνώτερο. Αὐτοί, οἱ Ἕλληνες, ἔδωσαν στὸν Κύριο ὄχι μόνο τὴν γλώσσα τους, ἀλλὰ καὶ τοὺς πιὸ πολλοὺς ζηλωτὲς ἱεραποστόλους γιὰ τὴν ἐξάπλωση τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος στὸν κόσμο.
Ὡς ἄνθρωπο μὲ χαρακτήρα πολὺ πρακτικὸ μᾶς παρουσιάζουν τὸν Φίλιππο δύο ἄλλα περιστατικά, ποὺ μᾶς διέσωσε ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης.
Τὸ ἕνα περιστατικὸ συνέβη ἔξω στὴν ἐρημιά. Εἶχε μεταβεῖ ἐκεῖ ὁ Διδάσκαλος ἕνα πρωὶ μὲ τοὺς μαθητές του γιὰ λίγη ξεκούραση. Μὰ οἱ κάτοικοι τῶν γειτονικῶν πόλεων, ποὺ σὰν διψασμένα ἐλάφια Τὸν κυνηγοῦσαν, γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια Του καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὶς δωρεές Του, ὅταν ἀντελήφθησαν τὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ἔσπευσαν πρὸς Αὐτόν. Καὶ ὁ Κύριος, ἰκανοποιώντας τὸν ζῆλο καὶ τὴν προθυμία τους, πέρασε τὴν ἡμέρα μαζί τους διδάσκοντάς τους καὶ θεραπεύοντας τοὺς ἀρρώστους ποὺ εἶχαν φέρει. Πλάκωσε σχεδὸν ἡ νύχτα καὶ κανένας δὲν εἶχε διάθεση νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ φύγει. Ὅμως ὁ κόσμος ἐκεῖνος ἔπρεπε κάτι νὰ φάγει. Ἦταν νηστικὸς ὅλη μέρα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος στὴν περίπτωση αὐτὴ κάλεσε τὸν Φίλιππο κοντά του, ποὺ διακρινόταν γιὰ τὸ πρακτικό του μυαλὸ καὶ τὸν ρώτησε:
«Πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν αὐτοί;». Ἀπὸ ποιὸ μέρος, Φίλιππε, θὰ ἀγοράσουμε ψωμιὰ γιὰ νὰ φάγουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι;»
Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Φίλιππος ἀπήντησε: «Διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκούσιν αὐτοὶς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχὺ τί λάβῃ». Ψωμιὰ ἀξίας διακοσίων δηναρίων δὲν φτάνουν σ’ αὐτούς, ὄχι γιὰ νὰ χορτάσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ πάρει ὁ καθένας ἀπὸ ἕνα μικρὸ κομμάτι. Φυσικὰ ὁ Κύριος ὑπέβαλε τὴν ἐρώτηση αὐτὴ στὸν Φίλιππο, ὄχι γιατί Αὐτὸς δὲν ἤξερε τί νὰ κάμει. Τὸ Θαῦμα τὸ εἶχε ἀποφασίσει στὴν καρδιά Του.
Τὸ ἐρώτημα τὸ ὑπέβαλε ἁπλῶς γιὰ νὰ δείξει σ’ αὐτόν, ὅσο καὶ στοὺς ἄλλους μαθητές, μὰ καὶ σ’ ὅλες τὶς γενεὲς τῶν ἀνθρώπων, ὅτι καὶ τὰ πιὸ ἀδύνατα στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων πράγματα, μποροῦν νὰ γίνουν δυνατά, ἂν οἱ ἄνθρωποι στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἀγκαλιάσουν μὲ τὴν καρδιά τους τὸν παντοδύναμο παράγοντα, ποὺ λέγεται πίστη ζωντανὴ στὸν Χριστό.
Μὲ τὴν πίστη καὶ τὰ πιὸ ἀδύνατα γίνονται δυνατά. Ἂν οἱ ἄνθρωποι ἀφήσουμε νὰ ἀναπτυχθεῖ στὴν καρδιά μας πίστη ἴση μὲ τὸν κόκκο τοῦ σιναπιοῦ, μποροῦμε μ’ αὐτὴν νὰ μετακινήσουμε ἀκόμη καὶ βουνά.
Θὰ ἐρωτήσει ἴσως κάποιος. Μήπως ὁ Φίλιππος μὲ τὸ πρακτικό του μυαλὸ πείσθηκε ἀπόλυτα γιὰ τὴν δύναμη αὐτοῦ τοῦ παράγοντα, ποῦ λέγεται πίστη, μὲ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ ἐκείνου τοῦ πλήθους μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὅλοι γνωρίζουμε; Δυστυχῶς, ὄχι ἀπόλυτα καὶ ἀμέσως. Αὐτὸ μᾶς τὸ βεβαιώνει τὸ δεύτερο ἐπεισόδιο. Καὶ σ’ αὐτό, τὸ ἴδιο πρακτικὸ μυαλὸ ἐκδηλώθηκε καὶ πάλι.
Ἦταν ἡ νύχτα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Γιὰ τελευταία φορὰ πρὸ τοῦ Πάθους Του δειπνεῖ ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητές Του. Γύρω ἀπὸ τὸ πασχαλινὸ τραπέζι κάθονται ὅλοι. Μὲ τὶς ὁμιλίες Του καὶ τὶς διδαχές Του ὁ Κύριος προσπαθεῖ νὰ προπαρασκευάσει τοὺς μαθητές Του γιὰ τὰ ὅσα ἔμελλαν σὲ λίγο νὰ ἀκολουθήσουν.
Ἡ ὅλη ἀτμόσφαιρα παίρνει τὸν χαρακτήρα μιᾶς ἀποχαιρετιστήριας τελετῆς. Μιᾶς τελετῆς κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει στοὺς μαθητές του οὐράνιες ἀλήθειες. Τοὺς λέγει πὼς προτοῦ ξημερώσει κάποιος μαθητὴς θὰ Τὸν προδώσει, οἱ ἄλλοι θὰ Τὸν ἐγκαταλείψουν καὶ αὐτὸς ὁ Πέτρος, ποὺ Τοῦ ὑποσχόταν ἀγάπη μέχρι θανάτου, καὶ αὐτὸς θὰ Τὸν ἀρνιόταν.
Ὁ Κύριος ὅμως ποτὲ δὲν θὰ τοὺς ἐγκατέλειπε. «Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσω, τοὺς εἶπε, ὀρφανούς. Γι’ αὐτὸ μὴ ταράσσεσθε. Θὰ δοκιμάσετε βαθιὰ λύπη μὲ τὴν φυγή μου ἀπὸ κοντά σας, ὅμως σύντομα ἡ λύπη σας θὰ μετατραπεῖ σὲ χαρά. Φεύγω γιὰ τὸν Πατέρα μου. Πάω στὸ σπίτι μου. Πάω νὰ ἑτοιμάσω ἐκεῖ τόπο καὶ γιὰ σᾶς. Τὸ μέρος στὸ ὁποῖο πηγαίνω τώρα, τὸ ξέρετε καὶ ἐσεῖς. Ξέρετε ἀκόμη καὶ τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ».
Σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο ὁ Θωμᾶς τὸν διέκοψε γιὰ νὰ τοῦ πεῖ: «Κύριε, δὲν ξέρουμε ποὺ πηγαίνεις καὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ξέρουμε τὸν δρόμο;» Τὴν στιγμὴ αὐτὴ ὁ Φίλιππος, ποῦ παρακολουθοῦσε μὲ ἐνδιαφέρον τὴν ὅλη συζήτηση, σπεύδει νὰ διακόψει λέγοντας; «Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν» (Ἰωάν. ιδ’ 8). Κύριε, εἶπες, πὼς θὰ πᾶς στὸν Πατέρα σου. Δεῖξε μας μὲ μιὰ ἀποκαλυπτικὴ ὀπτασία τὸν Πατέρα Σου καὶ τὴν δόξα Του, ὥστε νὰ Τὸν δοῦμε καὶ ἐμεῖς ὅπως παλιὰ τὸν εἶδαν ὁ Μωϋσῆς κι ὁ Ἠσαΐας καὶ μᾶς εἶναι ἀρκετὸ αὐτό. Δὲν θέλουμε περισσότερα. Τὸ πρακτικὸ μυαλὸ τοῦ Φιλίππου αὐτὸ ζητοῦσε.
Βαθιὰ εὐγνωμοσύνη ὅμως πρέπει νὰ νοιώθει κάθε καρδιὰ στὸν ζηλωτὴ Ἀπόστολο, γιατί μὲ τὴν ἁπλότητά του, ἔδωσε τὴν εὐκαιρία στὸν Κύριο νὰ διακηρύξει γιὰ τὸ πρόσωπό Του: «Τοσούτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμί, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἐωρακῶς ἐμέ, ἐώρακε τὸν Πατέρα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα;». (Ἰωάν. ιδ’ 9).
Τόσο καιρὸ εἶμαι μαζί σας, Φίλιππε, καὶ ἀκόμη δὲν μὲ γνώρισες; Δὲν γνώρισες δηλαδὴ ὅτι εἶμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ὅπως ὁ Πατέρας; Ἐκεῖνος ποὺ εἶδε ἐμένα καὶ ἐξετίμησε ὅπως πρέπει τὴν ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας μου καὶ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς μου καὶ τὴν δράση μου τὴ θαυματουργική, εἶδε καὶ τὸν Πατέρα. Καὶ πῶς σὺ λέγεις: Δεῖξε μας τὸν Πατέρα;
Νὰ οἱ ἀδυναμίες τοῦ πρακτικοῦ πνεύματος. Οἱ ἄνθρωποι δυστυχῶς, ποὺ σκέπτονται μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀπαιτοῦν συνήθως ὑλικὲς ἀποδείξεις καὶ ζητοῦν νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς αἰσθήσεις τους γιὰ ὅλα τὰ θέματα. Ἡ παραγνώριση ὅμως τοῦ πνευματικοῦ παράγοντα ὁδηγεῖ πάντα σὲ λανθασμένα συμπεράσματα.
Τὰ πιὸ πάνω λόγια τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Φίλιππο ἀποτελοῦν φυσικὰ ἕνα λεπτὸ ἔλεγχο πρὸς τὸν ζηλωτὴ μαθητή. Περιλαμβάνουν ὅμως δογματικὴ διδασκαλία, ὑψίστης στ’ ἀλήθεια σημασίας. Τρία χρόνια κοντὰ στὸν Κύριο, καὶ ὕστερα ἀπὸ τὰ ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε δὲν ἐπετρέπετο σ’ αὐτὸν νὰ ὑποβάλει τέτοιες ἐρωτήσεις.
Ἂς τὸ δεχθοῦμε ὅμως καὶ αὐτό, σὰν μία παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία στὸν Κύριο νὰ ἀποκαλύψει τὶς ἀλήθειες αὐτές, ποὺ ὅσο καὶ ἂν πολεμήθηκαν ἀπὸ πλείστους αἱρετικοὺς δὲν παύουν νὰ παραμένουν καὶ σήμερα καὶ σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος καὶ τὸ ἀσάλευτο θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας μας.
Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ὁμοούσιος μὲ τὸν Πατέρα. Γιὰ τὴν δική μας τὴν σωτηρία ἀφῆκε τὴν δόξα τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατέβηκε στὴν γῆ σὰν ἄνθρωπος καὶ ἔγινε «ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα», γιὰ νὰ μᾶς ἐξαγοράσει ἀπὸ τὴν κατάρα τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς ἀνεβάσει στὸν οὐρανό.
Μὲ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὅλες αὐτὲς φυσικὰ οἱ ἀδυναμίες τῶν μαθητῶν πέρασαν. Μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ ὁ Φίλιππος ξεκίνησε γιὰ νὰ μεταφέρει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας ἐκεῖ ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν κάλεσε. Μὲ πίστη καὶ ἐνθουσιασμὸ καὶ πυρωμένη καρδιὰ ὁ πνευματέμφορος αὐτὸς ἐργάτης τῆς νέας πίστεως συνοδευόμενος πάντα καὶ ἀπὸ τὸν φίλο του Βαρθολομαῖο καὶ τὴν ἀδελφή του Μαριάμνη προχώρησε καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σὲ διάφορες πόλεις τῆς Λυδίας, τῆς Μυσίας καὶ τῆς Παρθίας.  Λυδία καὶ Μυσία. Ἐπαρχίες τῆς Μ. Ἀσίας. Ἡ Λυδία βρισκόταν πρὸς τὰ Ν.Δ. καὶ ἡ Μυσία στὰ βόρειά της Μ. Ἀσίας. Ἡ Παρθία ἦταν ὀρεινὴ χώρα στὰ νοτιανατολικὰ τῆς Κασπίας θάλασσας. Οἱ κάτοικοι Πάρθοι.
Παρὰ τὶς ἀφάνταστες δυσκολίες ποὺ συναντοῦσαν ὅπου πήγαιναν καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ ὁ διάβολος παρενέβαλλε στὸ ἔργο τους, ἐν τούτοις οἱ Ἀπόστολοι νικοῦσαν στὸ τέλος καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου προχωροῦσε μέρα μὲ τὴν ἡμέρα. Πολὺ συνέβαλαν στὴν προσπάθειά τους καὶ τὰ πολλὰ θαύματα μὲ τὰ ὁποῖα τοὺς χαρίτωσε ὁ Κύριος. Θαύματα θεραπείας διαφόρων ἀσθενειῶν, ἀλλὰ καὶ ἀναστάσεως νεκρῶν. Ἕνα τέτοιο θαῦμα εἶναι καὶ τοῦτο:
Βρισκόταν ὁ Ἀπόστολος μὲ τὴν συνοδεία του στὴν Ἱεράπολη τῆς Φρυγίας. Ἐκεῖ ὁ μισόκαλος διάβολος βλέποντας τὸν ἑαυτό του νικημένο, παρεκίνησε μερικοὺς νὰ συλλάβουν τὸν Ἀπόστολο καὶ νὰ τὸν βασανίσουν. Δεμένο τὸν ὁδήγησαν πρῶτα στὸ δικαστικὸ βουλευτήριο. Ἐκεῖ ὁ ἔπαρχος Ἀρίσταρχος σὰν τὸν εἶδε ἐφρύαξε κυριολεκτικά. Νομίζεις, τοῦ λέγει, πῶς μπορεῖς νὰ τρομάξεις καὶ ἐμένα μὲ τὶς μαγικές σου πράξεις;
Καὶ χωρὶς ἄλλο λόγο τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ ἄρχισε νὰ τὸν σέρνει ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ νὰ τὸν βασανίζει. Στὴν ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ ἀσεβὴ ἔπαρχου ὁ Ἀπόστολος δὲν κρατήθηκε. Γιὰ νὰ τὸν σωφρονίσει, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ δώσει ἕνα μάθημα καὶ στοὺς ἄλλους ποὺ παρακολουθοῦσαν τὸν βασανισμό του, φώναξε δυνατὰ κι εἶπε:
– Κύριε, γνωρίζω τὴν εὐσπλαγχνία σου. Ὄχι γιὰ νὰ ἱκανοποιηθῶ γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ μοῦ γίνεται, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωφρονισθεῖ ὁ σκληρὸς αὐτὸς ἄρχοντας γιὰ ὅτι μοῦ κάμνει, μὰ καὶ νὰ γνωρίσουν καὶ οἱ ἄλλοι τὴν δύναμή Σου καὶ νὰ ἰδοῦν, ὅτι δὲν εἶσαι μόνο ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ τιμωρὸς τῶν κακῶν, δῶσε νὰ παραλύσει τοῦτο τὸ χέρι, ποὺ κτυπᾶ στὴν κεφαλή, ποὺ σὺ εὐλόγησες.
Μόλις τέλειωσε τὸν λόγο του ὁ θεῖος Ἀπόστολος τὸ θαῦμα ἔγινε. Βαριὰ τιμωρία κτύπησε τὸν ἀναιδὴ καὶ ἄδικο ἄρχοντα. Τὸ χέρι ξεράθηκε. Καὶ ἀκόμη τὸ ἕνα μάτι του τυφλώθηκε καὶ τὰ αὐτιά του κουφάθηκαν. Στὸ θέαμα αὐτὸ οἱ παρευρισκόμενοι τρόμαξαν καὶ μὲ συντριβὴ ψυχῆς ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν τὸν Ἀπόστολο νὰ τὸν σπλαγχνιστεῖ καὶ νὰ τὸν ξανακάμει καλά. Στὴν παράκλησή τους ὁ ἀνεξίκακος μαθητὴς τόνισε:
– Ὁ ἄρχοντας μπορεῖ νὰ γίνει καλά, ἀρκεῖ τόσο αὐτός, ὅσο καὶ ἐσεῖς νὰ πιστέψετε στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ ἔστειλε καὶ ἔπαθε γιὰ μᾶς.
Μιὰ νεκρικὴ πομπή, ποὺ περνοῦσε τὴν ὥρα ἐκείνη ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, σταμάτησε ξαφνικά. Μερικοὶ μάλιστα ἀπ’ αὐτούς, ποὺ συνόδευαν τὸν νεκρὸ καὶ ἔτυχε νὰ εἶναι φίλοι κι ὁμοϊδεάτες τοῦ ἄρχοντα, στράφηκαν μὲ διάθεση ἐκδικήσεως στὸν Ἀπόστολο καὶ τοῦ εἶπαν εἰρωνικά:
— Ἂν ὁ Θεός σου μπορεῖ νὰ ἀναστήσει τοῦτο τὸν νεκρό, ποὺ παίρνουμε νὰ θάψουμε, τότε νὰ Τὸν πιστέψουμε καὶ ἐμεῖς καὶ ὁ Ἀρίσταρχος, ὁ ἄρχοντάς μας.
Συγκλονισμένος ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ τὴν πρότασή τους, σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ἀφοῦ ἔκαμψε τὰ γόνατα, ἀνέπεμψε μυστικὰ μιὰ ὁλόθερμη προσευχή. Ὕστερα, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τὸν νεκρὸ ποὺ βρισκόταν στὸ φέρετρο, τὸν κάλεσε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε:
- Θεόφιλε, ὁ Παντοδύναμος Θεὸς σὲ διατάζει νὰ σηκωθεῖς καὶ ἐλεύθερα νὰ πεῖς ὅτι θέλεις.
Εὐλογητὸς ὁ Θεός! Τὸ θαῦμα ἔγινε στὴν στιγμή. Ὁ νεκρὸς σηκώθηκε ἀπὸ τὸ φέρετρο, πετάχτηκε κάτω, καὶ ἀφοῦ γονάτισε μπροστὰ στὸν Ἀπόστολο τοῦ εἶπε μ’ ἕναν ἀναστεναγμὸ βαθιὰς ἀνακουφίσεως.
Σ’ εὐχαριστῶ, καλέ μου ἄνθρωπε. Σ’ εὐχαριστῶ, ἅγιε τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν σωτηρία ποὺ μοῦ χάρισες. Μερικοὶ μαῦροι καὶ ἀπαίσιοι μὲ ἔσερναν ἀπὸ τὰ χέρια, γιὰ νὰ μὲ ρίξουν στὴν Κόλαση. Ἡ παρέμβασή σου μὲ γλίτωσε. Θὰ ἔφευγα ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο ἁμαρτωλός, χωρὶς νὰ ξέρω τὴν ἀλήθεια. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι μία. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ κηρύττεις εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Πιστεύω καὶ ἐγὼ στὸν Χριστὸ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή.
Τὸ θαῦμα συντάραξε τὰ πλήθη. Τὸ κάλεσμα τοῦ νεκροῦ μὲ τὸ ὄνομά του καὶ ἡ ἀνάστασή του συνεκίνησε ὅσους βρίσκονταν ἐκεῖ, ποὺ χωρὶς κανένα δισταγμὸ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀναφώνησαν:
– Ἄνθρωπέ μας, πιστεύουμε, πὼς ὁ Θεός, τὸν ὁποῖο Σὺ κηρύττεις, εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Τώρα, βοήθησέ μας νὰ σωθοῦμε καὶ συγχώρησε καὶ τὸν ἄρχοντα.
Τότε ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ κατάπαυσε μὲ τὸ χέρι του τὸν θόρυβο, παρήγγειλε σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες ποὺ συνόδευαν τὸν νεκρὸ νὰ κάμει τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ πάνω στὸν Ἀρίσταρχο καὶ νὰ ζητήσει τὴν βοήθεια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ ἄρχοντας ἔκαμε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος καὶ ἡ θεραπεία ἀκολούθησε. Ὁ Ἀρίσταρχος ἔγινε ἀμέσως τελείως καλά. Τὸ ἀποτέλεσμα συγκινητικό. Πολλοὶ ζήτησαν καὶ βαπτίσθηκαν τὴν ἴδια ὥρα. Πρῶτος ὁ πατέρας τοῦ ἀναστηθέντος νεκροῦ, ποὺ λεγόταν Πρέφικτος καὶ ἦταν καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τῆς πόλεως. Μετὰ τὴν βάπτισή του ὁ ἀναγεννημένος πιὰ ἄνθρωπος ἔδωσε στὸν Ἀπόστολο τοὺς δώδεκα χρυσοὺς θεοὺς ποὺ εἶχε στὸ σπίτι του μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ὑπάρχοντά του, γιὰ νὰ τὰ διαμοιράσει στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει, ὅπως αὐτὸς ἔκρινε καλύτερα. 
Πόσο ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀφήσει ἐλεύθερη τὴν καρδιά του νὰ τὴν καταυγάσει τὸ φῶς καὶ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ! Γι’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις εἶναι ποὺ ἐφαρμόζεται ἀπόλυτα ὁ λόγος τοῦ ψαλμωδοῦ: «Αὐτὴ ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου». (Ψαλμ. ος’ (οζ’) 11). Ναί! Αὐτὴ ἡ ἀλλοίωση καὶ μεταβολὴ ποὺ γίνεται στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἔργο τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.
Γιὰ χρόνια πολλὰ συνέχισε ἡ εὐλογημένη αὐτὴ ὁμάδα τὸ ἀνορθωτικὸ καὶ σωστικὸ ἔργο της στὶς διάφορες πόλεις τῶν ἐπαρχιῶν ποὺ ἀναφέραμε. Τὰ ἀποτελέσματα, στ’ ἀλήθεια, θαυμαστά. Ὅπου «ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις» (Ρωμ. ε’ 20).
Ἐκεῖ ποὺ πληθύνθηκε ἡ ἁμαρτία, δόθηκε πολὺ πιὸ ἄφθονη ἡ χάρη. Ἐκεῖ ποὺ ἡ ἁμαρτία εἶχε σχεδὸν ἀποκτηνώσει τὰ θύματά της, ἕνας καινούργιος κόσμος ἀναγεννᾶται. Ὁ κόσμος τῆς καλοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης. Ὁ κόσμος ὁ ὄμορφος, ὁ ἀγγελικὰ πλασμένος. Ὁ κόσμος τῆς ἀρετῆς. Ἡ ἄλλοτε χριστιανικὴ Μ. Ἀσία.
Ἔφτασε ὅμως ὁ καιρὸς νὰ ἐπικυρώσει ὁ θεῖος Ἀπόστολος τὰ ὅσα δίδασκε καὶ μὲ τὴν θυσία τῆς ζωῆς του. Ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ μαρτυρήσει. Ἐκεῖ στὴν Ἱεράπολη τῆς Φρυγίας μία ἡμέρα ποὺ δίδασκε, μερικοὶ φανατικοὶ εἰδωλολάτρες τὸν συνέλαβαν καὶ ἀφοῦ τὸν βασάνισαν σκληρά, τὸν ὁδήγησαν στοὺς ἄρχοντες. Μιὰ ψευτοδίκη κατέληξε στὴν ἀπόφαση ὁ Ἀπόστολος νὰ θανατωθεῖ. Οἱ δήμιοι, ποὺ περίμεναν, ἅρπαξαν τὸν Φίλιππο, τοῦ ἔδεσαν τοὺς ἀστραγάλους καὶ τὸν κρέμασαν σ’ ἕνα δένδρο μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω.
Ὕστερα πῆραν καὶ τὸν Βαρθολομαῖο καὶ ἀφοῦ τὸν βασάνισαν καὶ αὐτόν, τὸν κρέμασαν. Τὸν Ἀπόστολο Φίλιππο τὸν σταύρωσαν. Ἡ ἀδελφή του Μαριάμνη μὲ πόνο ψυχῆς παρακολουθεῖ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀδελφοῦ της καὶ τοῦ ἄλλου Ἀποστόλου καὶ προσεύχεται νὰ τοὺς δώσει ὁ Θεὸς δύναμη καὶ ὑπομονή. Ἕνας σεισμὸς ποὺ ἔγινε τὴν ὥρα ἐκείνη ἔδειξε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στοὺς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου. Οἱ ἀλλεπάλληλες δονήσεις ποὺ ἔγιναν σὲ ὁλόκληρη τὴν χώρα κατατρόμαξαν τὰ πλήθη ποὺ ἔτρεξαν μὲ δάκρυα νὰ ζητήσουν συγχώρηση ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους.
Ὁ Κύριος στὶς παρακλήσεις τῶν ἐργατῶν του σταμάτησε τὸ σεισμὸ καὶ μὲ μία θαυμαστὴ ὀπτασία τοὺς ἔδωκε μία ἀκόμη ἀπόδειξη τῆς θείας του δυνάμεως. Μιὰ σκάλα παρουσιάστηκε ἐκεῖ νὰ ἑνώνει τὴν γῆ μὲ τὸν Οὐρανό. Τὰ πλήθη ἔτρεξαν καὶ κατέβασαν τὸ Βαρθολομαῖο ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν κρεμασμένος.
Ὅταν θέλησαν νὰ κατεβάσουν καὶ τὸν Φίλιππο ἀπὸ τὸν Σταυρό, αὐτὸς δὲν δέχθηκε, ἀλλὰ συνέχισε νὰ διδάσκει τὰ πλήθη ποὺ ἦσαν γύρω καὶ νὰ τὰ προτρέπει νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Διδάσκοντας ἄφησε τὴν ἁγία του ψυχὴ νὰ πετάξει στὸν οὐρανό, στὴ χώρα τῆς αἰωνιότητας. Ὁ Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος καὶ ἡ Μαριάμνη πῆραν τὸ τίμιο λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν μαζὶ μὲ ἐκείνους ποὺ πίστεψαν καὶ βαφτίστηκαν, μὲ σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια ραίνοντάς το μὲ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης τους. Τὸ σεπτὸ σκήνωμα τοῦ Ἀποστόλου γιὰ πολλὰ χρόνια στόλισε τὸν ἱερὸ ναὸ ποὺ εἶχε κτισθεῖ στὴν Ἱεράπολη πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου.
Ἡ δὲ ἁγία κάρα του τιμήθηκε ἀπὸ διάφορους αὐτοκράτορες, ὅπως τὸν Θεοδόσιο, τὸν Ἡράκλειο καὶ ἄλλους μὲ τὶς βασιλικὲς σφραγίδες τους.
Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων ἀπὸ τοὺς Λατίνους κατὰ τὸ 1204 τὸ σεπτὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Κύπρο καὶ γιὰ πολλὰ χρόνια φυλασσόταν στὸ χωριὸ Ἄρσος, τὸ χωριὸ αὐτὸ λέγεται ἐπίσημα καὶ Ἀρσινόη τῆς Πάφου, στὸν ἱερὸ ναὸ ποὺ κτίστηκε ἐκεῖ πρὸς τιμὴ τοῦ Ἀποστόλου. Ἀργότερα ἕνα μέρος τῶν λειψάνων γιὰ εὐλογία διανεμήθηκε σὲ διάφορα μέρη. Ἡ θήκη δὲ μὲ τὴν ἱερὴ κάρα πρὸ τοῦ 1788 γιὰ μεγαλύτερη, τάχατες, ἀσφάλεια μετακομίσθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Σταυροῦ στὸ Ὅμοδος. Ἐκεῖ φυλάσσεται μέχρι σήμερα.
Σὲ χρόνια περασμένα, ποὺ τὸ νησί μας μέσα στὰ τόσα ἄλλα τὸ ἔδερνε καὶ ἐπιδημία ἀκρίδων, οἱ πατέρες μας μετέφεραν τὴν θήκη μὲ τὴν ἁγία κάρα μέχρι τὴ Μεσαορία καὶ ἔκαμναν ἁγιασμό, καὶ ἐράντιζαν τὰ σπαρτὰ καὶ τὰ δένδρα, γιὰ νὰ τὰ ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ αὐτὴ μάστιγα.
Θαύματα πολλὰ γίνονται καὶ στὶς ἡμέρες μας σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ μὲ βαθιὰ πίστη καταφεύγουν στὸν Κύριο καὶ μὲ εὐλάβεια ἐκζητοῦν τὴ μεσιτεία τοῦ πνευματέμφορου Ἀποστόλου.
Σὲ κείνους ποὺ γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο δυσκολεύονται ν’ ἀποδεχθοῦν τούτη τὴν ἀλήθεια καὶ προτιμοῦν νὰ ζοῦν μὲ τὶς ἀμφιβολίες καὶ τὶς ἐπιφυλάξεις, τοὺς ὑπενθυμίζουμε μὲ ἀγάπη μία ὑπόδειξη πολὺ ἀποτελεσματική, ποὺ ἔκαμε κάποτε ὁ φλογερὸς Ἀπόστολός μας στὸν φίλο του Ναθαναήλ. Στὴν δυσκολία του ν’ ἀποδεχθεῖ καὶ αὐτὸς τὴν πληροφορία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία, ποὺ μὲ λαχτάρα περίμεναν ὅλες οἱ εὐλαβεῖς ψυχές, ὁ Φίλιππος μὲ ἁπλότητα ὑπέδειξε τὸ «ἔρχου καὶ ἴδε». Τὴν ἴδια αὐτὴ ὑπόδειξη ἀπευθύνει καὶ σήμερα στὸν καθένα μας ὁ πρακτικὸς Ἀπόστολος. Εἶναι μία συμβουλὴ γιὰ ἕνα θετικὸ πειραματισμό. Εἶναι καὶ μία πρόσκληση συγχρόνως νὰ δοκιμάσει ὁ κάθε ἄνθρωπος τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ ζωή.
«Ἔρχου καὶ ἴδε». Τρεῖς λέξεις μὲ ὑπέροχη σημασία. «Ἔρχου». Ἄνθρωπε, διψᾶς νὰ γνωρίσεις τὴν ἀλήθεια; Ἔλα. Πλησίασε. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια. «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». (Ἰωάν. ιδ’ 6), διακηρύττει ὁ ἴδιος. Ἡ προσωπικὴ γνωριμία σου μὲ τὸν Χριστὸ θὰ σὲ πείσει ἀπόλυτα ὅτι ἡ διδασκαλία Του εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια ποὺ λύει ὅλα τὰ μεγάλα προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ ξεκουράζει τὴν ψυχή. Τὸν ἥλιο δὲν τὸν χαίρεται ποτὲ κάποιος σὰν μένει ἑρμητικὰ κλειστὸς σ’ ἕνα δωμάτιο.
Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνοίξει τὸ παράθυρο. Καὶ τὸν Χριστὸ δὲν μπορεῖ κανένας νὰ Τὸν καταλάβει ἀπὸ μακριά. Πρέπει νὰ πλησιάσει. Καὶ νὰ δεῖ καὶ νὰ γνωρίσει. Πρέπει νὰ λουσθεῖ στὶς ζωογόνες Του ἀκτίνες. Κάτι περισσότερο. Πρέπει νὰ ζήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ὑποτάξει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ θέλημά του στὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει νὰ μπορεῖ νὰ λέγει σὰν τὸν Παῦλο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
Ἔλα, λοιπόν, ἀδελφέ μου, καὶ «ἴδε». Ὅταν μὲ τέτοιες διαθέσεις πλησιάσουμε τὸν Χριστό, τότε θὰ δοῦμε καὶ ἐμεῖς μὲ τὰ μάτια μας καὶ θὰ διακηρύξουμε μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῶν πνευμόνων μας αὐτὸ ποὺ διακήρυξε καὶ ὁ ἁγνὸς στὴν ψυχὴ Ναθαναήλ: «ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰωάν. α’ 50). Διδάσκαλε, στ’ ἀλήθεια, σὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶσαι ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ.
Ὅσο πιὸ γρήγορα ὁ καθένας μας σπεύσει νὰ ἀποδεχθεῖ τούτη τὴ σωστικὴ ἀλήθεια καὶ νὰ πλησιάσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ τὸν πιστεύσει γιὰ Θεὸ καὶ Σωτήρα του, τόσο καὶ πιὸ γρήγορα ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸν λαβύρινθο στὸν ὁποῖο οἱ ἴδιοι κλειστήκαμε. Νὰ βγοῦμε, γιὰ νὰ ξαναδοῦμε τὸ φῶς τῆς ζωῆς, καὶ νὰ γευτοῦμε τὴν χαρὰ καὶ νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὸ ἄγχος ποὺ μᾶς δέρνει, μὰ καὶ τὸν φόβο μιᾶς ὁλοκληρωτικῆς αὐτοκαταστροφῆς.
Ἡ χάρις τοῦ Τριαδικοῦ θεοῦ, διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Ἀποστόλου Φιλίππου, τοῦ ὁποίου ἡ θήκη τῶν λειψάνων χρόνια τώρα ἁγιάζει τὸ εὐλογημένο νησί μας, νὰ χαρίσει στὴν Κύπρο μας τὸ ταχύτερο τὴν ποθητὴ ἐλευθερία. Ναί! τὴν ἐλευθερία. Καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴν στοὺς ἀγνοούμενούς μας τὴν ἐπιστροφὴ στὶς οἰκογένειές τους, στοὺς πρόσφυγές μας τὴν χαρὰ τοῦ γυρισμοῦ στὰ σπίτια τους καὶ τὰ χωριά τους καὶ στὸν φιλόθρησκο λαό μας πλούσιες τὶς δωρεὲς καὶ εὐλογίες Του. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν, τοῦ Παρακλήτου, εἰσδεξάμενος, πυρὸς ἐν εἴδει, παγκοσμίως ὡς ἀστὴρ ἀνατέταλκας, καὶ τῆς ἀγνοίας τὸν ζόφον διέλυσας, τῇ θείᾳ αἴγλῃ Ἀπόστολε Φίλιππε. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ δεόμεθα, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὁ μαθητὴς καὶ φίλος σου, καὶ μιμητὴς τοῦ πάθους σου, τῇ οἰκουμένῃ Θεόν σε ἐκήρυξεν, ὁ θεηγόρος Φίλιππος. Ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, ἐξ ἐχθρῶν παρανόμων τὴν Ἐκκλησίαν σου, διὰ τῆς Θεοτόκου συντήρησον Πολυέλεε.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ἐν τῷ Υἱῷ τῷ Πατρικῷ φωτὶ ἑώρακας
Πατρὸς τὴν δόξαν ὡς τοῦ Πνεύματος κειμήλιον
Καθὰ ᾔτησας Ἀπόστολε θεορρῆμον.
Ἀλλ’ ὡς μύστης τῆς Χριστοῦ συγκαταβάσεως
Πολύτροπον συμφορῶν ἡμᾶς ἀπάλλαξον
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις ἔνδοξε Φίλιππε.

Μεγαλυνάριον.
Φίλος καὶ Ἀπόστολος εὐκλεής, τοῦ καὶ μέχρι δούλου, κενωθέντος ἀναδειχθείς, Φίλιππε θεόπτα, ἐκήρυξας ἐν κόσμῳ, τὴν τούτου ὑπὲρ λόγον, ἄρρητον κένωσιν.





Ὁ Ἅγιος Στάχυς Ἐπίσκοπος Ἱεραπολεως 

Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικόδημου καὶ στὴν βιογραφία τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου, ἀναφέρεται ὅτι μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ, ὁ συνοδεύων αὐτὸν Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος, ἔκανε τὸν Στάχυ ἐπίσκοπο Ἱεραπόλεως. Σ’ ἄλλους ὅμως Συναξαριστές, τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται.





Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὁ Θαυματουργός Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης 

Δεινὸς θεολόγος καὶ διαπρεπέστατος ρήτορας καὶ φιλόσοφος ὁ Γρηγόριος. Δὲν γνωρίζουμε τὸ χρόνο καὶ τὸν τόπο τῆς γέννησής του. Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ὅμως, στὸ ἁγιολόγιό του, ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἅγιος Γρηγόριος γεννήθηκε τὸ 1296 στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο τὸν Συγκλητικὸ καὶ τὴν εὐσεβεστάτη Καλλονή).
Ξέρουμε ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτο μισό τοῦ 14ου αἰώνα ἦταν στὴν αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀπ’ ὅπου καὶ ἀποσύρθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος χάρη ἡσυχότερης ζωῆς, καὶ ἀφιερώθηκε στὴν ἠθική του τελειοποίηση καὶ σὲ διάφορες μελέτες. Ὅταν ὅμως ξέσπασε ἡ περίφημη διχόνοια γιὰ τοὺς ἁγιορεῖτες Ἡσυχαστές, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπετέθη ὁ μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρίας, ὁ Γρηγόριος πῆγε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἀναδείχτηκε ὁ ὀρθόδοξος ἡγέτης στὴν μεγάλη ἐκείνη θεολογικὴ πάλη.
Τὸ ζητούμενο τῆς πάλης αὐτῆς ἦταν κυρίως τὸ μεθεκτικὸν ἢ ἀμέθεκτον τῆς θείας οὐσίας. Ὁ Γρηγόριος, ὁπλισμένος μὲ μεγάλη πολυμάθεια καὶ ἰσχυρὴ κριτικὴ γιὰ θέματα ἁγίων Γραφῶν, διέκρινε μεταξὺ θείας οὐσίας ἀμεθέκτου καὶ θείας ἐνεργείας μεθεκτής. Καὶ αὐτὸ τὸ στήριξε σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐπικύρωσε τὴν ἑρμηνεία του μὲ τέσσερις Συνόδους. Στὴν τελευταία, ποὺ ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1351, ἦταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παλαμᾶς. Ἀλλὰ ὁ Γρηγόριος ἔγραψε πολλὰ καὶ διάφορα θεολογικὰ ἔργα, περίπου 60.
Ἀργότερα ὁ Πατριάρχης Ἰσίδωρος, τὸν ἐξέλεξε ἀρχικὰ ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Λόγω ὅμως τῶν τότε ζητημάτων, ἀποχώρησε πρόσκαιρα στὴ Λῆμνο. Ἀλλὰ κατόπιν ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του.
Πέθανε τὸ 1360 καὶ τιμήθηκε ἀμέσως σὰν Ἅγιος. Ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος, ἔγραψε τὸ 1376 ἐγκωμιαστικὸ λόγο στὸ Γρηγόριο Παλαμᾶ, μαζὶ καὶ ἀκολουθία. Καὶ ὅρισε τὴν ἐκκλησιαστικὴ μνήμη του στὴ Β’ Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστῆς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸ πολύφωνον στόμα τῆς θείας χάριτος, τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων τὴν ἀληθῆ θησαυρόν, ἀνυμνοῦμέν σε πιστῶς Πάτερ Γρηγόριε· τῆς Ἐκκλησίας γὰρ φωστήρ, ἀνεδείχθης φαεινός, καὶ κλέος Θεσσαλονίκης· ἥτις ἐν σοὶ καυχωμένη, λαμπρῶς γεραίρει τοὺς ἀγῶνάς σου.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον
Θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα
Ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε θεορρῆμον.
Ἀλλ’ ὡς νοῦς νοΐ τῷ πρώτῳ παριστάμενος,
Πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν ἡμῶν Πάτερ ὁδήγησον,
Ἵνα κράζωμεν, χαῖρε κῆρυξ τῆς χάριτος.

Ἔτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Θεσσαλονίκη ἡ περίβλεπτος πόλις, τὴν σὴν ἁγίαν ἑορτάζουσα μνήμην, πρὸς εὐφροσύνην συγκαλεῖται ἅπαντας· ταύτης ποιμενάρχης γάρ, θεοφόρος ἐδείχθης, καὶ σοφὸς διδάσκαλος, Ἐκκλησίας ἁπάσης· χαριστηρίους ὅθεν σοι ᾠδάς, ᾄδομεν πάντες, Γρηγόριε μέγιστε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας λαμπρὸς φωστήρ, καὶ Θεσσαλονίκης, ποιμενάρχης θεοειδής· χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς ὄργανον θεῖον, καὶ θεολόγων στόμα, Πάτερ Γρηγόριε.





Ὁ Ἅγιος Θωμὰς Β’ ὁ νέος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 

Αὐτὸς ἦταν διάκονος καὶ χαρτοφύλακας τῆς Ἁγίας Σοφίας, κατὰ τὸν Νικηφόρο Κάλλιστο, ἐκλέχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως τὸ 665 καὶ διαδέχτηκε τὸν Πέτρο. Παρέμεινε στὸν θρόνο μέχρι τὸ 668, τὸν ὁποῖο θεάρεστα κυβέρνησε καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ (Παρισινὸς Κώδικας 259).
(Ἡ μνήμη του, ἀπὸ ὁρισμένους Συναξαριστές, τοποθετεῖται καὶ τὴν 15η Νοεμβρίου).





Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ὑδραῖος 

Γεννήθηκε στὴν Ὕδρα καὶ ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Μιχαήλ, ἡ δὲ μητέρα τοῦ Μαρίνα. Δεκαοκτὼ χρονῶν ἔφυγε ἀπὸ τὴν Ὕδρα καὶ πῆγε στὴ Ρόδο, κοντὰ στὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα Χασᾶν Καπετάν. Ἐκεῖ ὁ Κωνσταντῖνος παρασύρθηκε καὶ ἐξισλαμίστηκε, μὲ τὸ ὄνομα Χασᾶν. Καὶ γιὰ τρία χρόνια ἀπολάμβανε μεγάλες τιμές.
Ἀργότερα ὅμως, συναισθάνθηκε τὸ ὀλίσθημά του καὶ ἄρχισε νὰ μετανοεῖ. Ἔκανε ἐλεημοσύνες καὶ ἔκλαψε πικρά. Τελικά, γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ ἀποφάσισε νὰ μαρτυρήσει. Βρῆκε λοιπὸν κάποιο πνευματικό, ἐξομολογήθηκε καὶ ζήτησε τὴν εὐχή του νὰ μαρτυρήσει. Ὁ πνευματικός του ὅμως τὸν ἀπέτρεψε, διότι φοβήθηκε τὸ νεαρό της ἡλικίας του. Ὁ Κωνσταντῖνος ἔκανε ὑπακοή, ἐγκατέλειψε τὴν Ρόδο καὶ πῆγε στὴν πόλη Κρίμι, κατόπιν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Στὴν Μονὴ Ἰβήρων, προετοιμάστηκε γιὰ τὸ μαρτύριο καὶ ἀφοῦ πῆρε τὴν εὐχὴ τῶν πατέρων ἦλθε στὴ Ρόδο. Ἐκεῖ, παρουσιάστηκε στὸν ἡγεμόνα καὶ μὲ θάρρος ὁμολόγησε τὸν Χριστό. Τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν ἦταν φρικτά. Τελικὰ τὸν ἀπαγχόνισαν στὶς 14 Νοεμβρίου 1800.
Σήμερα, στὴ γενέτειρά του τὴν Ὕδρα, ὑπάρχει λαμπρότατος Ναὸς στὸ ὄνομά του, ὅπου βρίσκεται καὶ τὸ ἱερό του λείψανο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν λαμπρὸν γόνον Ὕδρας καὶ τῆς Ῥόδου τὸ καύχημα, καὶ Νεομαρτύρων τὸ κλέος Κωνσταντῖνον τιμήσωμεν, ἐν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, τὴν μνήμην ἐκτελοῦντες τὴν αὐτοῦ, ἵνα λάβωμεν πλουσίαν τὴν ἀμοιβήν, παρὰ Θεοῦ κραυγάζοντες· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ ἐνισχύσαντι, δόξα τῷ ἐν ὑστέροις τοῖς καιροῖς, σὲ στεφανώσαντι.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὁμολογήσας τὸν Χριστὸν εὐτόλμῳ στόματι
Τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ τὴ ἀπάτην ἐθριάμβευσας
Νεομάρτυς Κωνσταντῖνε στερρῶς ἀθλήσας.
Ἀλλ’ ὡς μέτοχος ἐπάθλων ὑπὲρ ἔννοιαν
Πάσης βλάβης ἀπολύτρωσαι καὶ θλίψεως
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Μάρτυς ἀήττητε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Μαρτύρων ὁ μιμητής, Μάρτυς Κωνσταντῖνε, καὶ ἰσότιμος ἀληθῶς· σὺ γὰρ ἐν ὑστέροις, καιροῖς ἀνδραγαθήσας, λαμπρῶς ἐμεγαλύνθης, ἀπείροις χάρισι.





 Ὁ Ἅγιος Παντελεήμων ὁ Νεομάρτυρας ἐν Κρήτῃ

Καταγόταν ἀπὸ τὶς Σπέτσες καὶ μαρτύρησε στὴν Κρήτη τὸ 1848.





Ὁ Ἅγιος Εὐφημιανὸς ὁ Θαυματουργός 

Ἕνας ἀκόμη ἀθλητὴς τοῦ μεγάλου καὶ δύσκολου ἀγώνα, ποὺ εἶναι γνωστὸς ὡς «ἀγώνας τῆς ἐρήμου», εἶναι κι ὁ Ἅγιος Εὐφημιανός.
Ἦρθε καὶ αὐτὸς στὸ νησί μας ἀπ’ ἔξω.
Ἦρθε μαζὶ μ’ ἄλλους τριακόσιους ἀγωνιστὲς ἀπὸ τὴν Ἀλαμανία.
Ἦταν καὶ αὐτός, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, Ἕλληνας ποὺ ἐργαζόταν ἐκεῖ.
Τὸ κήρυγμα τῶν ἀνθρώπων τοῦ πάπα τὴν ἐποχὴ αὐτὴ στὰ μέσα περίπου τοῦ 12ου αἰώνα, ποὺ καλοῦσε τοὺς χριστιανοὺς σὲ ἐκστρατεία γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἁγίων Τόπων ἀπὸ τὰ χέρια τῶν μωαμεθανῶν, συγκινοῦσε πολλῶν τὶς καρδιές. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Εὐφημιανός, ποὺ μὲ πολλοὺς ἄλλους Ἕλληνες ξεσηκώθηκαν, ἀφήκαν τὶς δουλειές τους καὶ στρατεύθηκαν γιὰ τὸν ἱερὸ ἐκεῖνο ἀγώνα. Τούτη ἡ ἐκστρατεία ποὺ εἶναι γνωστὴ σὰν Β’ Σταυροφορία 1147 – 1149 διαλύθηκε προτοῦ ἀκόμη φθάσει στὴν Παλαιστίνη.
Οἱ Ἕλληνες, ποὺ ἦσαν στὴ στρατιὰ αὐτὴ μὲ ἀρχηγὸ κάποιον Αὐξέντιο, τὸν γνωστὸ Ἅγιο Αὐξέντιο, ἀποφάσισαν νὰ συνεχίσουν μόνοι τους τὴν πορεία πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, ποὺ τὰ κρατοῦσαν ἀκόμη χριστιανοὶ Εὐρωπαῖοι. Ποθοῦσαν νὰ πᾶνε ἐκεῖ γιὰ νὰ προσκυνήσουν στὰ Ἅγια μέρη ποὺ περπάτησε, δίδαξε, θαυματούργησε καὶ ἀπέθανε ὁ Κύριός μας. Καὶ τὸ ἔκαμαν.
Ὕστερα ἀπὸ τὴν πραγματοποίηση τοῦ ἱεροῦ τούτου πόθου τους οἱ ἀθλητὲς ἀποφάσισαν νὰ σκορπισθοῦν ἐκεῖ στὰ ἔρημα τοῦ Ἰορδάνου καὶ νὰ ἀσκητέψουν. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ μωαμεθανοί, ὅπως καὶ οἱ Λατίνοι ποὺ ἦσαν ἐκεῖ τοὺς ἐνοχλοῦσαν διαρκῶς, μιὰ μέρα μαζεύτηκαν ὅλοι καὶ πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ φύγουν. Κατέβηκαν στὴν παραλία, βρῆκαν ἕνα καράβι ποὺ ἔφευγε γιὰ τὴν Κύπρο καὶ μπῆκαν σ’ αὐτό. Τὸ καράβι ὅμως, ὅταν ἔφτασε στὴν Πάφο, ἐξ αἰτίας δυνατῆς τρικυμίας συνετρίβη πάνω στοὺς βράχους. Εὐτυχῶς οἱ ἐπιβαίνοντες σώθηκαν ὅλοι, καθισμένοι πάνω σὲ κομμάτια ξύλα τοῦ καραβιοῦ καὶ μ’ αὐτὰ βγῆκαν στὰ Παφιακὰ ἀκρογιάλια. Ἀπὸ ἐκεῖ ἀφοῦ συνεσκέφθηκαν τί νὰ κάμουν, κατέληξαν στὴν ἀπόφαση νὰ διασκορπιστοῦν στὸ νησὶ καὶ νὰ ἀσκητέψει ὁ καθένας ὅπου βρεῖ κατάλληλο μέρος. Καὶ τὸ πραγματοποίησαν.
Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς στὸ χρονικό του νὰ τί γράφει γι’ αὐτούς:
«Ὅταν οἱ Σαρακηνοὶ ἐπῆραν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τότε βγῆκαν οἱ πτωχοὶ οἱ χριστιανοὶ ἀποὺ ἐγλυτώσαν καὶ ἐπῆγαν ὅπου ηὔραν καταφύγιν. Ἤσαν ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καὶ λαϊκοί, καὶ ἐπῆγαν ὅπου φτάσαν καὶ ἦρταν καὶ εἰς τὴν περίφημον Κύπρον μία συντροφιά, ὅπου ἤσαν τ’ (300) ὀνομάτοι, καὶ γροικώντα ὅτι Ἕλληνες ἐφεντεύγαν τὸν τόπον, διὰ τὸν φόβον ἐπῆγαν εἰς τὸ ἕνα μέρος καὶ εἰς τὸ ἄλλον καὶ ἐσγάψαν τὴν γῆν καὶ ἐμπήκαν μέσα καὶ ἐπροσεύχονταν τῷ Θεῷ καὶ ἦσαν δυὸ τρεῖς ἀντάμα...». Δὲς Dawkins, Leontios Machairas, Oxford 1932 p. 28 – 30.
Ὁ Ἅγιος Εὐφημιανὸς μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἰωνᾶ προχώρησαν καὶ ἔφτασαν, ὁ μὲν Ἅγιος Ἰωνᾶς στὸ Πέργαμο, ὁ δὲ Ἅγιος Εὐφημιανὸς ὀλίγο παρακάτω ἀνάμεσα στὰ χωριὰ Λύση καὶ Τροῦλλοι. Ἐκεῖ σὲ μιὰ σπηλιὰ βολεύτηκε καὶ ἄρχισε τὴν ἄσκησή του. Μιὰ ἄσκηση σκληρή. Ἄσκηση ποὺ εἶχε ἕνα σκοπό. Τὴν προσωπικὴ τελείωση τοῦ ἀθλητή. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, «ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοὶς οὐρανοὶς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. α’ 48), προβάλλουν συνεχῶς μπροστὰ στὰ μάτια του. Νὰ γίνει τέλειος, σκεῦος ἀρετῆς. Ἐκεῖ στὸ ἐρημητήριό του, τὴν σπηλιά του περνοῦσε καθημερινὰ τὴν ζωή του, ἀνάμεσα σὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ προσευχές. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἄσκησάς του αὐτῆς ὑπῆρξε ἄμεσο. Ἡ θεία χάρη, ποὺ θεραπεύει τὰ ἀσθενὴ καὶ ἀναπληροὶ τὰ ἐλλείποντα σὲ πολὺ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἐπισκίασε πλούσια τὸν Ὅσιο. Οἱ ἱερές του προσπάθειες καθαγιάζονται. Ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία φωτίζονται. Καὶ ὁ ἀθλητὴς ἀναδεικνύεται «παρὰ τῷ Θεῷ ἐκλεκτός, ἔντιμος» καὶ «ἅγιος τῷ Κυρίῳ».
Ἡ φήμη τῆς ἁγιοσύνης του μέρα μὲ τὴν ἡμέρα διαδίδεται παντοῦ. Πολλοὶ χριστιανοὶ ἀπὸ τὰ γύρω μέρη ἔρχονται νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ νὰ τὸν ἀκούσουν. Νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια του τὰ «ἁλάτι ἠρτυμένα» καὶ νὰ φωτισθοῦν. Νὰ διδαχθοῦν. Νὰ ἐνισχυθοῦν. Νὰ παρηγορηθοῦν ψυχικά. Κάτι περισσότερο. Νὰ λάβουν ἀκόμη τὴν θαυματουργική του χάρη μὲ τὴν ὁποία πλούσια τὸν ἐτίμησε ὁ Θεός.
Κατὰ τὶς ἱερὲς ἐκεῖνες στιγμὲς ποὺ οἱ ἐπισκέπτες καθισμένοι ὁλόγυρά του, ἄκουαν μὲ προσοχὴ τὰ λόγια καὶ τὶς συμβουλές του, ὁ Ὅσιος ἦταν πραγματικὰ ὑπέροχος. Ἡ στοργή του στοὺς πάσχοντες καὶ ἡ προθυμία νὰ ἐξυπηρετήσει τὸν καθένα στὸ πρόβλημά του ἦταν πολὺ συγκινητική. Μὰ καὶ ἡ σεβάσμια καὶ ἐπιβλητικὴ μορφή του καὶ γενικὰ ἡ ἁγιότητά του ἐπενεργοῦσαν μὲ τόση δύναμη στοὺς ἐπισκέπτες του, ποὺ ἔφερναν σωτήρια ἀποτελέσματα. Καρδιὲς ποὺ σκληρύνθηκαν στὴν ἁμαρτία, μὲ τὴν διδασκαλία του μαλάκωναν καὶ μετανοοῦσαν καὶ ἐξομολογοῦντο καὶ ζητοῦσαν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Πηγὴ πλουσίων θησαυρισμάτων εἶχε καταντήσει ἡ ἀπέριττη ἐκείνη σπηλιά. Ἀπὸ αὐτὴ δὲν ἔβγαινε παρὰ μονάχα, γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τοὺς συνασκητές του Ἰωνᾶ καὶ Κενδέα. Ὁ τελευταῖος στὰ γηρατειά του ἐγκατέλειψε τὴν Πάφο καὶ ἐγκαταστάθηκε ἐκεῖ κοντὰ στὸ Ἀβγόρου, ποὺ εἶναι καὶ σήμερα τὸ μοναστήρι του.
Στὶς ἐπισκέψεις τους αὐτὲς οἱ Ὅσιοι ἀλληλοενισχύοντο καὶ ἀλληλοπαρηγοροῦντο. Καὶ πάλιν ἀποχωρίζοντο γιὰ νὰ ἐπιστρέψει ὁ καθένας στὰ ἴδια, στὸ ἐρημητήριό του. Σ’ αὐτὸ ἔζησε ὁ καθένας μέχρι τὰ βαθιά του γηρατειά. Ἔτσι ἔζησε καὶ ὁ Ὅσιός μας ὡς τὴν τελευταία του πνοή. Μὲ ἔργα καὶ λόγια βάστασε θαρρετὰ τὸν ζυγὸ τοῦ Κυρίου μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἀγωνοθέτης Χριστὸς τὸν ἐκάλεσε κοντά του, γιὰ νὰ τοῦ χαρίσει «τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως» (Φιλιπ. γ’ 14).
Οἱ πιστοὶ μὲ δάκρυα κήδευσαν τὸ ἅγιο σκήνωμά του ἐκεῖ στὴν σπηλιά του, καὶ ἀργότερα ἐκεῖ ἔκτισαν μία μικρὴ ἐκκλησία στ’ ὄνομά του, ποὺ στέκει ὡς τὰ σήμερα. Προτοῦ ὁ Ἀττίλας βεβηλώσει τὰ ἅγια χώματα μὲ τὸν ἐρχομό του, κάθε χρόνο στὴν μνήμη τοῦ χιλιάδες χριστιανοὶ ἀπὸ παντοῦ ἔτρεχαν ἐκεῖ στὸ ἐκκλησάκι του, γιὰ νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἅγια εἰκόνα του καὶ νὰ ζητήσουν τὴ μεσιτεία του.
Τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου μέχρι τὴν τουρκικὴ εἰσβολὴ βρισκόταν σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση. Στὸ τεταρτοσφαίριο τῆς ἁψίδος τοῦ ἱεροῦ περιλαμβανόταν καὶ τούτη ἡ ἐπιγραφή:
ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΘΕΜΟΝΙΑΝΟΥ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΚ ΠΟΛΛΟΥ ΠΟΘΟΥ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ.
Ἡ ἐπιγραφὴ αὐτὴ μᾶς δημιουργεῖ τὰ ἑξῆς τρία ἐρωτήματα.
α) Ποὶο τὸ πραγματικὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου;
β) Ποὶος ἔκτισε τὸ ἐκκλησάκι;
γ) Ποῦ βρισκόταν τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρονίκου;
Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ἀπαντᾶμε: 
α) Τὸ πραγματικὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ ἀναφέρεται στὴν χειρόγραφη ἀκολουθία του. Αὐτὸ τὸ ὄνομα ἀναγράφει καὶ ὁ Μαχαιρᾶς στὸν κατάλογο, πού μας ἔχει ἀφήσει. Σ’ αὐτὸν ἀναφέρει τὰ ὀνόματα μόνον 67 ἀπὸ τοὺς Ἀλαμανοὺς Ἁγίους. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ εἶναι καὶ τὸ ὄνομα Εὐφημιανός. Αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ ναοῦ «Θεμονιανός», καθὼς καὶ τὰ ἄλλα ποὺ προφέρονται ἀπὸ τοὺς κατοίκους «Φηνιανός, Θυμιανός, Θωμιανός» δὲν εἶναι παρὰ παραμόρφωση τοῦ πραγματικοῦ ὀνόματος.
β) Τὸ ἐκκλησάκι ἔκτισε κάποιος Λαυρέντιος, ποὺ ἦταν ἡγούμενος τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρόνικου.
γ) Τοῦτο τὸ μοναστήρι σύμφωνα μὲ προφορικὴ παράδοση Λυσιωτῶν βρισκόταν στὸ χωριὸ Ἄρσος τῆς ἐπαρχίας Λάρνακος.
Αὐτὰ σχετικὰ μὲ τὸ ἐκκλησάκι καὶ τὴν ἐπιγραφή.
Μὲ τῆς πίστης τὰ φτερὰ ἂς μεταφερόμαστε καὶ ἐμεῖς νοερὰ τούτη τὴν στιγμή, μὰ καὶ κάθε ἄλλη στιγμὴ στὰ ἅγια ἐκεῖνα χώματα, καὶ ἀφοῦ γονατίζουμε ψυχικὰ μπροστὰ στὴν ἅγια εἰκόνα τοῦ ὁσίου μας, ἂς τοῦ λέμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας:
Τρισμάκαρ Εὐφημιανέ, τὸ ἐκκλησάκι σου, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν μας τὰ καντήλια, χρόνια τώρα μένουν σβηστά. Οἱ ἁμαρτίες μας παρώργισαν τὸν Κύριό μας καὶ τὸν ἔκαμαν νὰ ἀποσύρει ἀπό μᾶς τὴν χάρη του. Καὶ τὴν ἀπέσυρε. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα μὲ πόνο ψυχὴς τὸ ζοῦμε κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα. Βάρβαρο ἔθνος κατέλαβε τὸ μισὸ νησί μας. Πῆρε τὰ σπίτια μας. Γκρέμισε καὶ μόλυνε τὰ ἱερά μας. Ἅρπαξε ὅτι εἴχαμε. Ἀτίμασε τὶς γυναῖκες μας. Ἔσφαξε πολλὰ ἀπ’ τὰ ἀδέλφια μας καὶ ἄλλα τὰ ἀνάγκασε νὰ φύγουν μακριά. Σπαράσσει ἡ καρδιά μας ποὺ τὸ σκεφτόμαστε. Καὶ κλαῖμε. Καὶ θρηνοῦμε μετανιωμένοι! Καὶ παρακαλοῦμε. Ἀπὸ τὰ τρίσβαθα τῆς ψυχῆς μας παρακαλοῦμε καὶ λέμε καὶ ἐπαναλαμβάνουμε, Ἅγιέ μας, Σὺ ποὺ ἀξιώθηκες νὰ βρίσκεσαι «ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Κυρίου» καὶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους νὰ ψάλλεις καὶ νὰ τὸν δοξολογεῖς. Σὺ Ἅγιέ μας, δεήσου νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ ξαναγυρίσουμε στὰ ρημαγμένα χωριά μας. Νὰ ἀναστηλώσουμε τὰ ἅγια καὶ ἱερά μας. Νὰ ξαναλειτουργήσουμε τὶς ἐκκλησιές μας. Νὰ γευθοῦμε ξανὰ τὴν χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη «τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν».
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Εὐφημιανοῦ, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν ὁσίων φωστῆρα καὶ τῆς Λύσης τὸ καύχημα, Εὐφημιανὸν τὸν θεόπνουν, εὐφημήσωμεν ᾄσμασι, τῷ πίστει ἀναλώσαντι αὐτόν, ἀσκήσει καὶ συντόνῳ προσευχῇ, καὶ πτερώσαντι ἐκθύμως, τὸν νοῦν πρὸς δόμους δόξης ἐκβοήσωμεν. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πιστὸς ἰάματα.





Ὁ Ἅγιος Dubritius (Οὐαλός)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Δημοφιλείς αναρτήσεις