Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ ότι συ ει αληθώς ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, ο ελθών εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ. αλλ' ως ο Ληστής ομολογώ σοι. Μνήσθητι μου Κύριε, εν τη βασιλεία σου.

Η Αποστολική διαδοχή των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ντοκουμέντα)

Η Αποστολική διαδοχή των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών (ντοκουμέντα)
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΑΣΤΙΑΝΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ( ΠΑΤΡΙΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ )

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

26 Φεβρουαρίου Συναξαριστής, Πορφυρίου Ἐπισκόπου, Φωτεινῆς Σαμαρείτιδος, τῶν Ἁγίων Φωτούς, Φωτίδος, Παρασκευῆς, Κυριακῆς καὶ Ἀνατολῆς Μαρτύρων, τῶν Ἁγίων Ἰωσὴ καὶ Βίκτωρος Μαρτύρων, Σεβαστιανοῦ δουκός, Θεοκλήτου φαρμακοῦ, Βίκτωρος καὶ Χριστοδούλου Μαρτύρων, Νικολάου Κατοπινοῦ, Σεβαστιανοῦ Ὁσίου, Ἰωάννου Κάλφα, Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κιέβῳ.


Ὁ ἍγιοςΠορφυριος Ἐπίσκοπος Γάζης

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε καὶ γονεῖς καὶ πλούτη, στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀρκαδίου καὶ Ὀνωρίου, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο ποὺ ἦταν τότε μεγάλο μοναστικὸ κέντρο καὶ ἔγινε μοναχὸς σὲ σκήτη.
Μετὰ πενταετῆ διαμονὴ ᾖλθε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κήρυσσε στοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἕλληνες τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἀσθένησε σοβαρὰ ἀπὸ κίρρωση τοῦ ἥπατος, ἀλλὰ παρὰ τὴν ἀσθένειά του δὲν παρέλειπε καθημερινὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὸ Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὰ ἄλλα ἱερὰ προσκυνήματα, προκαλώντας τὸν θαυμασμὸ τῶν ἄλλων προσκυνητῶν.
Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ μετέπειτα βιογράφος τοῦ Πορφυρίου, ὁ ὁποῖος εἶχε μεταβεῖ, ἐπίσης, γιὰ προσκύνημα ἀπὸ τὴν Ἀσία στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ τότε συνδέθηκαν διὰ βίου.
Ὁ Μᾶρκος ἀποδείχθηκε πιστὸς καὶ χρήσιμος συνεργάτης του, ἀνέλαβε μάλιστα νὰ τακτοποιήσει μία σοβαρὴ ἐκκρεμότητα ποὺ εἶχε ἀφήσει στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Πορφύριος, τὸν καταμερισμὸ δηλαδὴ τῆς οἰκογενειακῆς περιουσίας του μὲ τὰ ἐνήλικα πλέον ἀδέλφια του.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀπουσίας τοῦ Μάρκου στὴ Θεσσαλονίκη, ἡ ὑγεία τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου ἀποκαταστάθηκε θαυματουργικά, κατόπιν ὁράματος τῆς σταυρώσεως τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ εὐγνώμονος λῃστοῦ.
Ὁ Μᾶρκος διεκπεραίωσε τὴν ὑπόθεση μὲ τὸν καλύτερο τρόπο καὶ ἐπέστρεψε μὲ τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας, ὕψους 4.400 νομισμάτων καὶ μὲ πλῆθος ἀργυρῶν σκευῶν καὶ πολύτιμων ἐνδυμάτων, τὰ ὁποία σύντομα ἐκποίησε καὶ μοίρασε στοὺς πτωχοὺς καὶ στὰ μοναστήρια τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Αἰγύπτου, τὰ ὁποία ἦταν πολὺ πτωχά.
Ἐκεῖ χειροτονήθηκε, τὸ ἔτος 392 μ.Χ., Πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰωάννη Β’ (386-417 μ.Χ.). Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου Γάζης Αἰνείου, τὸ 395 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος
τῆς Γάζης καὶ χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Ἰωάννη.
Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα, ὁδήγησε καὶ πολλοὺς εἰδωλολάτρες καὶ αἱρετικοὺς στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία.
Γιὰ νὰ προστατεύσει ὁ Ἅγιος τὸ ποίμνιό του ἀπὸ τὶς ἀδικίες τῶν Ἐθνικῶν καὶ τῶν ἀρχόντων, δὲν δίστασε νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ ζητήσει τὴν συνδρομὴ τῶν αὐτοκρατόρων Ἀρκαδίου (395-408 μ.Χ.) καὶ Εὐδοξίας.
Ἐκεῖ συνάντησε καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος τὸν συνέστησε στὸν Ἀμάντιο τὸν κουβικουλάριο καὶ στοὺς βασιλεῖς καὶ στήριξε μὲ θέρμη τὸ αἴτημά του νὰ καταστήσει γνωστὴ στοὺς βασιλεῖς τὴν τυραννία τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων ποὺ καταπίεζαν τὸν λαό. Παρὰ τὶς ἀρχικές του ἀντιδράσεις ὁ βασιλέας ἐπείσθη καὶ χορήγησε στὸν Ἅγιο Πορφύριο βασιλικὸ διάταγμα μὲ τὸ ὁποῖο περιόριζε τὴν δράση τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν καὶ μὲ βασιλικὴ χορηγία ἀνήγειρε ἐκκλησίες ἐκεῖ ὅπου προηγουμένως βρίσκονταν εἰδωλολατρικοὶ ναοί.
Κατάφερε δὲ ὁ Ἅγιος τὰ κατεδαφιστεῖ τὸ Μαρνεῖον, ὁ περίφημος ναὸς τῶν Ἐθνικῶν Γαζαίων, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ τὸ ἔτος 129 μ.Χ. Στὴν θέση του ἀνοικοδομήθηκε περικαλλὴς ναὸς μὲ χορηγία τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας, ἡ ὁποία ἀπέστειλε γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ στὴν Γάζα τὸν Ἀντιοχέα ἀρχιτέκτονα Ρουφίνο.
Ὁ ναὸς αὐτός, ποὺ ὀνομάστηκε Εὐδοξιανός, εἶχε 32 μεγάλους κίονες ἀπὸ καρυστινὸ μάρμαρο καὶ τὰ ἐγκαίνιά του ἔγιναν τὸ Πάσχα τοῦ 407 μ.Χ.
Κατὰ τὰ μετέπειτα ἔτη ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἐργάστηκε γιὰ τὴν συγκρότηση τῆς Ἐπισκοπῆς του. Μὲ ζωηρὰ χρώματα διασῴζει ὁ βιογράφος του Μᾶρκος, τὴν φιλανθρωπικὴ καὶ ἱεραποστολική του δράση. Τὸ ἔτος 415 μ.Χ. ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Διοσπόλεως, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἰωάννου Β’. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ἀσχολήθηκε μὲ τὸν θεολόγο Πελάγιο, ὁ ὁποῖος εἶχε καταφύγει στὰ Ἱεροσόλυμα κοντὰ στὸν Ἰωάννη, μετὰ
τὴν σύγκρουση ποὺ εἶχε στὴν Ἀφρικὴ μὲ τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο, Ἐπίσκοπο Ἰππῶνος (τιμᾶται 15 Ἰουνίου) γιὰ τὰ θέματα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ τῆς θείας χάριτος. Στὴ Σύνοδο αὐτὴ ὁ Πελάγιος ἀθῳώθηκε, ἀφοῦ ἀποδέχθηκε τὴ βασικὴ διδασκαλία, ὅτι ἡ θεία Χάρη εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Ἅγιος ἀναπαύθηκε τὸ ἔτος 420 μ.Χ. μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, σὲ ἡλικία 72 ἐτῶν, «τὸν καλὸν ἀγῶνα τετελεκῶς πρὸς τοὺς εἰδωλομανεῖς ἕως τῆς ἡμέρας τῆς κοιμήσεως αὐτοῦ».


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῳ.
Πορφυραυγέσιν ἀρετῶν λαμπηδόσι, καταλαμπρύνας σεαυτὸν Ἱεράρχα, καθάπερ φῶς ἐξέλαμψας Πορφύριε σοφέ, λόγοις γὰρ καὶ θαύμασιν, ἀληθῶς διαπρέψας, πάσιν ἐβεβαίωσας, εὐσέβειας τὴν χάριν καὶ νῦν Χριστῷ ἀΰλως λειτουργῶν, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, μὴ παύση δεόμενος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὶς τῶν αἱμάτων σου.
Ἱερωτάτοις σου τρόποις κοσμούμενος, Ἱερωσύνης στολαὶς κατηγλάισαι, Παμμάκαρ θεόφρον Πορφύριε, καὶ ἰαμάτων ἐμπρέπεις ὑψώμασι, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.





Ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Μεγαλομάρτυς ἡ Σαμαρείτιδα (Ἑορτὴ Φωτεινή)


Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Φωτεινὴ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σαμαρειτικὴ πόλη Σιχάρ. Τὶς πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν Ἁγία τὶς βρίσκουμε στὸ Δ’ κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγελίου.
Κάθε μεσημέρι πήγαινε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸ πηγάδι τὸ λεγόμενο τοῦ Ἰακώβ, καὶ γέμιζε τὴν στάμνα της. ἐκεῖ, μία ἡμέρα, συνάντησε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος φανέρωσε σὲ αὐτὴν ὅλη τὴ ζωή της. Ὁ Κύριος εἶπε στὴν Ἁγία, ὅτι Αὐτὸς εἶναι «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», δηλαδὴ ἡ ἀστείρευτη πηγὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ τὸ «πνευμνατικὸ ὕδωρ» ἔδωσε ὁ Κύριος στὴ Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία βαπτίσθηκε Χριστιανὴ μεταξὺ τῶν πρώτων γυναικῶν τῆς Σαμάρειας καὶ ὀνομάσθηκε Φωτεινή.
Ἀπὸ τότε ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό της στὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Ἀφρικὴ καὶ στὴ Ρώμη. Ἐκεῖ ἔλαβε καὶ μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Νέρωνα (54-68 μ.Χ.), ὅταν αὐτὸς ἔμαθε ὅτι ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἔκανε Χριστιανὲς τὴν θυγατέρα του Δομνίνα καὶ μερικὲς δοῦλες της.
Μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Φωτεινὴ μαρτύρησαν οἱ υἱοί της καὶ οἱ πέντε ἀδελφές της.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν πηγὴν δεξαμενὴ τῆς σοφίας καὶ χάριτος, ἐκ χειλέων Κυρίου Φωτεινὴ Ἰσαπόστολε, νομίμως ἠγωνίσω πανοικεῖ, καὶ νέμεις φωτισμὸν παρὰ Θεοῦ, τοὶς προστρέχουσι τὴ σκέπη σου τὴ σεπτή, καὶ εὐλαβῶς βοώσί σου. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διὰ σοῦ, χάριν ἠμὶν καὶ ἔλεος.





Οἱ Ἁγίες Φωτῶ, Φώτις, Παρασκευή, Κυριακὴ καὶ Ἀνατολὴ οἱ Μάρτυρες, ἀδελφὲς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς

Οἱ Ἁγίες Φωτῶ, Παρασκευή, Κυριακὴ καὶ Ἀνατολὴ τελειώθησαν διὰ ξίφους καὶ ἡ Ἁγία Φώτις ἐτέθηκε σὲ δυὸ δένδρα, τὰ ὁποία ἀπολυθέντα τὴν διέσχισαν στὰ δυό.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Φωτεινὴν καὶ Φωτίδα καὶ Φωτῶ ἀνυμνήσωμεν, σὺν Ἀνατολὴ Φωτεινὸν τὲ Ἰωσὴν θείοις ἄσμασιν, ὁμοὺ Κυριακὴν Παρασκευήν, τοὺς Μάρτυρας Χριστοῦ περιφανεῖς· θείαν χάριν γὰρ αἰτοῦνται καὶ φωτισμόν, τοὶς πίστει ἀνακράζουσι· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι' ὑμῶν πάσιν ἰάματα.






Οἱ Ἅγιοι Ἰωσῆς καὶ Βίκτωρ οἱ Μάρτυρες, υἱοὶ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰωσῆς καὶ Βίκτωρ, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖται καὶ Φωτεινός, ἀποκεφαλίσθηκαν.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Φωτεινὴν καὶ Φωτίδα καὶ Φωτῶ ἀνυμνήσωμεν, σὺν Ἀνατολὴ Φωτεινὸν τὲ Ἰωσὴν θείοις ἄσμασιν, ὁμοὺ Κυριακὴν Παρασκευήν, τοὺς Μάρτυρας Χριστοῦ περιφανεῖς· θείαν χάριν γὰρ αἰτοῦνται καὶ φωτισμόν, τοὶς πίστει ἀνακράζουσι· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι' ὑμῶν πάσιν ἰάματα.





Ὁ Ἅγιος Σεβαστιανὸς ὁ δοῦκας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Σεβαστιανὸς ἦταν ἡγεμόνας τῆς πόλεως τῆς Καρθαγένης. Ἀσπάσθηκε τὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο τοῦ υἱοῦ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς Βίκτωρος ἢ Φωτεινοῦ καὶ μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορα Νέρωνος (54-68 μ.Χ.).




Ὁ Ἅγιος Θεόκλητος ὁ Μάρτυρας ὁ φαρμακὸς

Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα Θεοκλήτου ἀναφέρεται μόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578. ἴσως νὰ πρόκειται περὶ τοῦ μάγου, ποὺ ἐπέδωσε στὴν Ἁγία Φωτεινὴ τὴ Σαμαρείτιδα τὸ δηλητήριο καὶ ἀφοῦ πίστεψε στὸν Χριστὸ ἀποκεφαλίσθηκε.




Οἱ Ἅγιοι Βίκτωρ ὁ Στρατηλάτης καὶ Χριστόδουλος οἱ Μάρτυρες

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.




Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Κατοπινὸς

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται μόνο στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Delehaye, χωρὶς καμιὰ ἄλλη πληροφορία, ἁπλὰ "μνήμη τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἠμῶν Νικολάου τοῦ Κατοπινοῦ". Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.




Ὁ Ὅσιος Σεβαστιανὸς ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Σεβαστιανὸς τοῦ Ποσεσόνε γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὰ τέλη τοῦ 15ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνα μ.Χ. Ἐκάρη μοναχὸς σὲ ἕνα μοναστῆρι στὴν περιοχὴ τοῦ Σοχότ, κοντὰ στὴν πόλη Ρομάνοβο καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ μνήμη του τιμᾶται καὶ στὶς 18 Δεκεμβρίου.





Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κάλφας ὁ Νεομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης γεννήθηκε καὶ ἀντράφηκε στὸ Γαλατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐργαζόμενος ὡς λεπτουργὸς κάλφας στὸ παλάτι τοῦ σουλτάνου, προσέφερε τὶς ὑπηρεσίες του καὶ σὲ ἄλλους ἐπιφανεῖς Τούρκους. Ἕνας ἀπὸ τούς μαθητὲς ποὺ εἶχε προσλάβει, ἀνεψιὸς ἐνὸς ἀγὰ ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, τὸν διέβαλε, ὅτι σὲ συζήτηση ποὺ εἶχε μαζί του, ὁ Ἰωάννης κατηγόρησε τὴν μουσουλμανικὴ θρησκεία καὶ ἐξῇρε τὴν πίστη τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι ὁ Μάρτυρας συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν κριτὴ κατηγορούμενος γιὰ ἐξύβριση τῆς ἰσλαμικῆς θρησκείας.
Ὁ Ἅγιος μαστιγώθηκε ἀνηλεῶς καὶ ρίφθηκε στὴ φυλακή. Παρὰ τὶς ἐπίμονες προσπάθειες τῶν Τούρκων ὁ Ἰωάννης ὁμολογοῦσε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ σταθερότητα τὸν Χριστό. Κατὰ διαταγὴ τοῦ βεζίρη ὁδηγήθηκε στὸν ἔπαρχο, ὁ ὁποῖος τὸν ὁδήγησε στὸ Δημοπρατήριο, ὅπου καὶ ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1575, ἡμέρα Κυριακή.




Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κιέβῳ Ρωσίας

Ἡ θαυματουργικὴ εἰκόνα τῆς Ὑεραγίας Θεοτόκου τοῦ Μεζχετσκ βρέθηκε στὸ Κίεβο τὸ ἔτος 1492.

25 Φεβρουαρίου Συναξαριστής Ταρασίου Ἀρχιεπισκόπου, Ἀλεξάνδρου Μάρτυρος, Ἀντωνίου Μάρτυρος, Ρηγίνου Ἱερομάρτυρος, Μαρκέλλου Ἱερομάρτυρος Ὁ Ἅγιος Ταράσιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως


Ὁ Ἅγιος Ταράσιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Ταράσιος γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καὶ ἐκπαιδεύθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὐγενεῖς, τὸν Γεώργιο, κριτὴ καὶ πατρίκιο καὶ τὴν Εὐκρατία. Λόγω τῆς μεγάλης του μορφώσεως ἀνυψώθηκε στὸ ἀξίωμα τοῦ πρωτασηκρίτου.
Οἱ ἐκκλησιαστικὲς περιστάσεις τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἀρκετὰ σοβαρές. Ὑπῆρχε ἀκόμα ὁ πόλεμος τῶν εἰκονομάχων, ἡ δὲ θέση τῶν Ὀρθοδόξων ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσκολη διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Πατριάρχου Παύλου Δ’ τοῦ Κυπρίου (780-781 μ.Χ.).
Ἡ βασίλισσα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία, ἡ ὁποία ἐπιτρόπευε τὸν ἀνήλικο υἱό της Κωνσταντῖνο ΣΤ’ (780-798 μ.Χ.), κατανόησε, ὅτι χρειαζόταν ἐκκλησιαστικὸς ἡγέτης μὲ εὐσέβεια, θεολογικὴ κατάρτιση καὶ διοικητικὴ ἱκανότητα, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς περιστάσεις καὶ τὰ προβλήματα.
Ἔτσι ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς ὁ Ἅγιος Ταράσιος παρὰ τὶς ἐπίμονες ἀρνήσεις του, ἀφοῦ ἔλαβε ὑπόσχεση ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ὅτι θὰ συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσει τὰ διάφορα θεολογικὰ ζητήματα καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα. Ἡ χειροτονία τοῦ νέου Πατριάρχου ἔγινε στὶς 25 Δεκεμβρίου 784 μ.Χ.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πατριαρχίας του ὁ Ἅγιος μερίμνησε γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων μὲ τὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία ἐπὶ Πάπα Ἀδριανοῦ Α’ (771-795 μ.Χ.) καὶ τὴν σύγκλιση τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ ἔτος 787 μ.Χ., στὴ Νίκαια, ἡ ὁποία καταδίκασε τοὺς εἰκονομάχους καὶ ἀκύρωσε τὴν εἰκονομαχικὴ Σύνοδο τοῦ ἔτους 754 μ.Χ. θέτοντας ὡς βάση τοῦ δογματικοῦ καθορισμοῦ τὰ σχετικὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ (τιμᾶται 4 Δεκμβρίου). Ἡ ὄγδοη συνεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὰ ἀνάκτορα, ὄποι οἱ βασιλεῖς Εἰρήνη καὶ Κωνσταντῖνος ὑπέγραψαν τοὺς Ὅρους τῆς Συνόδου.
Στὴν εὐσέβεια καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος τοῦ Ἁγίου ὀφείλεται καὶ ἡ μέριμνα ποὺ ἔλαβε ἡ Ἐκκλησία κατὰ τῆς σιμωνίας, τοῦ χρηματισμοῦ δηλαδὴ γιὰ τὴν ἀπόκτηση ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων καὶ ἰδιαίτερα τῶν ἐπισκοπικῶν θέσεων. Παράλληλα ὁ Ἅγιος ἀνέπτυξε πλούσια φιλανθρωπικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη του πρὸς τοὺς πτωχούς.
Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν μοναχισμὸ ἐκφράστηκε καὶ μὲ τὴν ἵδρυση Μονῆς στὸ στενὸ τοῦ Βοσπόρου, στὴν ὁποία καὶ ἐνταφιάσθηκε μετὰ τὴν ὀσιακὴ κοίμησή του τὴν Τετάρτη τῆς Α’ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, τὸ ἔτος 806 μ.Χ. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Α’ ὁ Ραγκαβὲς (811-813 μ.Χ.) τὸν Μάρτιο τοῦ ἔτους 813 μ.Χ. ἐνέδυσε τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου μὲ ἄργυρο, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι καὶ αὐτὸς καὶ ἡ βασίλισσα Προκοπία τὸν σεβασμὸ τοὺς πρὸς τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Ταρασίου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ'. Τὴν ὡραιότητα.
Βίου ὀρθότητι, καλλωπιζόμενος, φωστὴρ ὑπέρλαμπρος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καὶ τὴν Εἰκόνα τοῦ Χρίστου, Συνόδω ἐν τὴ Ἕβδομη, προσκυνεὶν ἐκήρυξας, ὀρθοδόξως μακάριε, στῦλος καὶ ἑδραίωμα, Ἐκκλησίας γενόμενος, διὸ τοὺς σοὺς ἀγῶνας γεραίρει, Πάτερ Ἱεράρχα Ταράσιε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὥσπερ μέγας ἥλιος, ταὶς τῶν δογμάτων, καὶ θαυμά, τῶν λάμψεσι, φωταγωγεῖς διαπαντός, τῆς οἰκουμένης τὸ πλήρωμα, οὐρανομύστα, παμμάκαρ Ταράσιε.


Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Μάρτυρας ὁ ἐν Δριζιπάρῳ τῆς Θρᾴκης

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀλέξανδρος καταγόταν ἀπὸ τοὺς Ποτιόλους τῆς Ἰταλίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.) καὶ τοῦ ἡγεμόνος Τιβεριανοῦ. Ἀφοῦ συνελήφθηκε ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, καταβλήθηκε προσπάθεια γιὰ νὰ κάνουν τὸν Ἅγιο νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ὁ Ἅγιος ὅμως, ἀντὶ νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα, εἶπε πρὸς τὸν ἡγεμόνα: «Καὶ αὐτὰ εἶναι μάταια καὶ ἐσὺ ποὺ πιστεύεις σὲ αὐτὰ εἶσαι ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος». Τότε τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια στὴν ἄκρη καὶ τὸν κρέμασαν, ἀφοῦ στὰ πόδια τοῦ ἔδεσαν βαριὰ πέτρα.

Μετὰ ἀπὸ αὐτό, τὸν ὁδήγησαν στὸν Καρθαγένη, ὅπου ὑπέστη φρικτοὺς βασανισμούς. Ἀφοῦ δὲ τὸν ἔσυραν πάλι στὴ Μαρκιανούπολη τῆς Θρᾴκης, τοῦ ἔκαψαν τὸ πρόσωπο μὲ δᾴδες φωτιᾶς, ἀλλὰ ὁ Μάρτυς ὑπέμενε μὲ γενναῖο τρόπο. Στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν διὰ ξίφους. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀπέλαβε στεφάνι ἄφθαρτο καὶ ζωὴ αἰώνια ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὸν Θεό μας.



Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀντώνιος μαρτύρησε ὅταν τὸν ἔριξαν στὴν φωτιὰ ζωντανό. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.



Ὁ Ἅγιος Ρηγίνος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σκοπέλου

Ὁ Ἅγιος Ρηγίνος γεννήθηκε στὴ Λεβάδεια τῆς Βοιωτίας στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν βοήθησαν νὰ λάβει τὴ θύραθεν παιδεία ἀλλὰ καὶ τὴν ὀρθόδοξη ἀγωγή. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο καὶ ἡ πνευματική του πρόοδος τὸν μεταμόρφωσαν σὲ σκεῦος ἐκλογῆς καὶ σὲ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὁ Ἅγιος ἔζησε τὴν ἐποχὴ ποὺ βασίλευσαν οἱ δυὸ υἱοὶ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ μὲν Κωνστάντιος στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἀνατολή), ὁ δὲ Κώνστας στὴ Ρώμη (Δύση).
Καὶ οἱ δυὸ διάδοχοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶχαν ἀνατραφεῖ μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀλλὰ ὁ μὲν Κωνστάντιος εἶχε συνειδητὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Ἀρειανισμό, ὁ δὲ Κώνστας παρέμεινε πιστὸς στὶς δογματικὲς ἀποφάσεις τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καὶ οἱ δυὸ εἶχαν ὡς κοινὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θρησκευτικῆς τους πολιτικῆς, ἀφ’ ἐνὸς μὲν τὴν καταπολέμηση τῆς ἐθνικῆς θρησκείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐκκλησιαστική τους πολιτικὴ εἶχε ὡς συνέπεια ὄχι μόνο τὴ συντήρηση, ἀλλὰ καὶ τὴν διεύρυνση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διασπάσεως μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Οἱ συνεχεῖς παρεμβάσεις, αὐθαίρετες ἢ μή, στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα ὑπῆρξαν πηγὴ ἐντάσεως στὶς ἀρειανικὲς ἔριδες τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀπεστάλη στὴ νῆσο Σκόπελο ἀπὸ τὸν θεῖο του Ἀχίλλειο (τιμᾶται 15 Μαΐου, πολιοῦχος τῆς πόλεως Λάρισας), γιὰ νὰ ἐνισχύσει τοὺς ἐξόριστους ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ καὶ νὰ τοὺς στερεώσει στὴν ὀρθόδοξη πίστη.
Σύμφωνα μὲ κάποιες πληροφορίες τοῦ Συναξαριστῆ τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλείου, ὁ Ἅγιος Ρηγίνος παρακολούθησε τὶς ἐργασίες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ ἔτος 325 μ.Χ. μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀχίλλειο.
Ὅμως, μολονότι καταδικάσθηκε ὁμόφωνα ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου δὲν ἐξέλιπαν καὶ συνέχισαν νὰ διαδίδουν τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τους. Ἐπικράτησε ἐκ νέου μεγάλη ἀναταραχὴ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, κρίση καὶ κατὰ συνέπεια χωρισμὸς σὲ δυὸ παρατάξεις, κάτι ποὺ ἀνησύχησε ἰδιαίτερα τοὺς δυὸ αὐτοκράτορες Κωνστάντιο καὶ Κώνστα.
Τελικὰ οἱ δυὸ αὐτοκράτορες συμφώνησαν νὰ συγκληθεῖ στὴ Σαρδικὴ (Σόφια). Πράγματι, ἡ Σύνοδος συγκλήθηκε στὴ Σαρδική, τὸ ἔτος 343 μ.Χ. Στὴ Σύνοδο ἔλαβε μέρος καὶ ὁ Ἅγιος Ρηγίνος, ὁ ὁποῖος ἐξόντωσε ὅλες τὶς αἱρέσεις μὲ τὸ λόγο του καὶ τὴν τόλμη τῆς γνώμης του.
Μετὰ τὴ λήξη τῆς Συνόδου ὁ Ἅγιος Ρηγίνος ἐπέστρεψε στὴ Σκόπελο. Ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κλυδωνίσθηκε καὶ ταράχθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη (361-363 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος θέλησε νὰ ἐπαναφέρει τὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.
Στὴ διάρκεια τῶν διωγμῶν ποὺ διέταξε ὁ βασιλέας, ἔφθασε στὴ Σκόπελο ὁ ἔπαρχος τῆς Ἑλλάδας καὶ τῶν Σποράδων. Ἀμέσως κάλεσε τὸν ποιμενάρχη τῆς Σκοπέλου καὶ τοῦ ὑπέδειξε νὰ ἀλλάξει πίστη καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὴν εἰδωλολατρία.
Ὅμως ὁ Ἅγιος περιφρόνησε τὴν ὑπόδειξή του καὶ ἐνέμεινε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ σταθερότητα στὴν πατρῴα εὐσέβεια. Στὶς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 362 μ.Χ. ὁδηγήθηκε γιὰ τελευταῖα φορὰ ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου. Στὶς προτροπές του νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, ὁ Ἅγιος δὲν ἔδωσε καμία ἀπάντηση.
Ἔτσι ὁδηγήθηκε στὸ στάδιο τῆς νήσου, ὅπου ὑπέστη καὶ ἄλλα φρικτὰ βασανιστήρια καὶ ἀκολούθως στὴ θέση «Παλαὸ Γεφύρι», ὅπου ἀποκόπηκε ἀπὸ τὸν δήμιο ἡ τίμια κεφαλή του. Τὴν νύχτα οἱ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου καὶ τὸ ἐνταφίασαν μέσα στὸ δάσος τοῦ ὑπερκείμενου λόφου, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα ὁ τάφος του.



Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σόλων τῆς Κύπρου

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὑπάρχει ὅμως ἀμφιβολία ἂν πράγματι ὑπῆρξε αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος καὶ αὐτὴ ἡ πόλη στὴν Κύπρο. Ἴσως συγχέεται μ' αὐτὸν τῆς Ἀπαμείας τῆς Συρίας (14 Αὐγούστου).

Δημοφιλείς αναρτήσεις